Εορτολόγιο

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης και η επίσκεψη του Αγίου Λουκιλλιανού

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης και η επίσκεψη του Αγίου Λουκιλλιανού


Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης
"Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων"
- Γέροντα, θα ήθελα να δω τον Άγιο Αρσένιο.
- Το ότι επιδιώκεις να δης τον Άγιο Αρσένιο είναι επικίνδυνο, γιατί ο εχθρός μπορεί να σου παρουσιάση φαντασία και έπειτα να σου πη ο λογισμός ότι κάτι είσαι, διότι δήθεν αξιώθηκες να δης τον Άγιο. Στην συνέχεια, αφού σου κολλήση το «κάτι είσαι», θα σου παίζη συνέχεια σινεμά ο εχθρός με την φαντασία. Γι’ αυτό να έχης τον Άγιο Αρσένιο σε ευλάβεια, αλλά να μην επιδιώκης να τον δης. Το αν σου παρουσιασθή ή όχι, είναι δική του δουλειά.
- Όταν, Γέροντα, εμφανίζεται ένας Άγιος σε κάποιον, ένας τρίτος τον βλέπει;
- Δεν υπάρχει κανόνας σ’ αυτό. Άλλοτε τον βλέπει, άλλοτε ακούει μόνον την φωνή του, άλλοτε τίποτε. Αυτά δεν μπαίνουν σε καλούπια ούτε εξηγούνται.
Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων! Και όταν ακόμη εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν! Όταν έφυγα από τον «Τίμιο Σταυρό» και πήγα στην «Παναγούδα», το Καλύβι ήταν εγκαταλελειμμένο. Ίσα που βόλεψα κάπως ένα κελλί, για να μείνω. Είχα πάρει μαζί μου ό,τι πράγματα είχα. Τα Μηναία τα είχα ακόμη στα κουτιά. Ήρθε η ώρα να κάνω Εσπερινό. Αλλά πού να βρω τα Μηναία!... Πήρα το ημερολόγιο να δω ποιος Άγιος γιορτάζει. Είχα χάσει όμως και τα γυαλιά, και δεν έβλεπα τα μικρά γράμματα από το ημερολόγιο, για να δω τον εορταζόμενο Άγιο, να κάνω κομποσχοίνι για τον Εσπερινό. Τρία τέταρτα έψαχνα· τίποτε. «Θα περάση η ώρα ψάχνοντας, είπα. Ας πω:‟Άγιοι της ημέρας πρεσβεύσατε υπέρ ημών”». Αφού έκανα κομποσχοίνι στον Χριστό και στην Παναγία, ύστερα άρχισα να λέω: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών, Άγιοι της ημέρας…». Την νύχτα πάλι, για να μη χασομερώ με το ψάξιμο των γυαλιών, έλεγα το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών». Τότε βλέπω μπροστά μου έναν Αξιωματικό Λαμπροφόρο, με πολλή αγάπη και πατρική στοργή, να με πλησιάζη με καλωσύνη και να μου σκορπάη μια ανέκφραστη αγαλλίαση. Επειδή τον είδα τόσο πολύ καλό, έλαβα το θάρρος και τον ρώτησα: «Πού υπηρετούσατε και πώς λέγεσθε;». Εκείνος μου είπε: «Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός». Εγώ όμως δεν άκουσα καλά και τον ρώτησα: «Ο Άγιος Λογγίνος;». «Όχι, μου απήντησε, ο Άγιος Λουκιλλιανός». Επειδή το όνομά του μού φάνηκε παράξενο, τον ξαναρωτάω: «Ο Άγιος Λουκιανός;». «Όχι, μου απάντησε πάλι εκείνος· ο Άγιος Λου-κιλ-λι-α-νός». Τότε του είπα: «Έχω και εγώ τραύματα από τον πόλεμο». Δίπλα στον Άγιο στεκόταν και ένας νεαρός Γιατρός, με άσπρη ποδιά -ήταν ο Άγιος Παντελεήμων-, στον οποίο είπε να με εξετάση. Αφού με εξέτασε, άκουσα που έλεγε την διάγνωση στον Άγιο Λουκιλλιανό: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθή· μόνο για το δίπλωμα θα τα λάβουμε υπ’ όψιν μας». Στην συνέχεια ένιωθα μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση. Έψαξα καλά, βρήκα τα γυαλιά και κοίταξα το ημερολόγιο· ήταν η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανού*. Το απόγευμα πήγα σε κάποιους γνωστούς μου Πατέρες και διάβασα και το Συναξάρι του Αγίου.
Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά που μού έδωσε.

Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου
Λόγοι ΣΤ' Περι προσευχής
___________________
* Η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Ιουνίου.
http://www.impantokratoros.gr/

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας


Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀσπαζόμαστε τήν ἱερή εἰκόνα πού παριστᾶ τό γεγονός τῆς Κοιμήσεώς της. Ἡ ὅλη εἰκόνα ὄχι μόνον ἀναπαριστᾶ αὐτό πού ἔγινε κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς Παναγίας, ἀλλά δείχνει καί τό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Πρόκειται γιά μιά εἰκόνα πού δείχνει κατά τόν πλέον ἀνάγλυφο τρόπο τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση, ἀλλά τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἑνότητα Θεοῦ καί ἀνθρώπων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει στό κέντρο της τόν Χριστό καί τήν Παναγία, ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, καί γύρω ἀπό αὐτούς τούς Ἀποστόλους, τούς Ἐπισκόπους καί τούς Ἀγγέλους.

Ἔπειτα, στήν ἱερή εἰκόνα φαίνεται καθαρά ὅτι στήν Ἐκκλησία ἔχει καταργηθῆ ὁ θάνατος, ἀλλά αὐτό πού ὀνομάζουμε θάνατο εἶναι ἕνας ἁπλός ὕπνος. Τό σῶμα δέχεται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί αὐτό λαμπρύνεται, ἀλλά καί ἡ ψυχή ζῆ μετά θάνατο, καί, ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἁγιασθῆ, βρίσκεται «ἐν χειρί Θεοῦ». Αὐτό πού συνέβη μέ τήν Παναγία, κατά ἀναλογία, ἐπιθυμοῦμε νά συμβῆ καί σέ μᾶς. Δηλαδή, εὐχόμαστε, ὅταν ἔλθη ἡ ὥρα νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό, νά εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, νά προσευχόμαστε, νά ἔχουμε τούς Πνευματικούς Πατέρες κοντά μας, νά λάβουμε τήν εὐχή τους καί, κυρίως, νά κοινωνήσουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμη, ὅπως ὁ Ἰεφωνίας προσπάθησε νά ἀτιμάση τό σῶμα τῆς Παναγίας καί δέν τό κατόρθωσε, ἔτσι ὑπάρχουν διάφοροι ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά βλάψουν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά δέν κατόρθωσαν οὔτε θά κατορθώσουν νά κάνουν τίποτε, γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο σωματεῖο, ἀλλά τό θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει μεγάλη δύναμη, δέν φοβᾶται ἀπολύτως τίποτε, ἀλλά σώζει τούς πάντες καί αὐτούς ἀκόμη τούς λεγομένους ἐχθρούς της, ὅταν μετανοήσουν.

Ὅλη ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας ἀπό τά πρόσωπα πού παρίστανται σχηματίζουν ἕναν νοητό Σταυρό. Ἡ ὁριζόντια διάσταση τοῦ Σταυροῦ σχηματίζεται ἀπό τήν κλίνη, ὅπου βρίσκεται τό νεκρό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ἡ κατακόρυφη διάσταση τοῦ Σταυροῦ σχηματίζεται στό ἐπάνω μέρος ἀπό τόν Χριστό πού βρίσκεται ὄρθιος, καί στό κάτω μέρος ἀπό τόν Ἑβραῖο Ἰεφωνία πού θέλησε νά ἀτιμάση τό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἕνας νοητός Σταυρός πού τόν ἀποτελοῦν ὁ Χριστός, ἡ Θεοτόκος, καί οἱ παρόντες στήν Κοίμησή της, ἀπό τούς ὁποίους οἱ περισσότεροι τήν ἀνυμνοῦν καί ἕνας προσπαθεῖ νά τήν ἀτιμάση.

Ὁ Σταυρός εἶναι δόξα καί ἀτιμία, σωτηρία καί καταδίκη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει: «Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Κορ. α΄, 18).

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει καί τούς πειρασμούς της πού προέρχονται ἀπό τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε βιώνουν οὔτε μποροῦν νά καταλάβουν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί εἶναι ἄγευστοι καί ἀμύητοι τῆς θεοειδοῦς ζωῆς καί ἀντιδροῦν σέ ἐκείνους πού ζοῦν σέ μία ἄλλη διάσταση τῆς ζωῆς.
Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φαίνεται ἔκδηλα στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού εἰκονίζονται στήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ πόνος καί ὁ πόθος, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσευχή, ἡ ἔκσταση καί ἡ ὅραση, οἱ ὕμνοι καί ἡ σιωπή, ὅλα αὐτά εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.
Στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προχέεται ἀπό τόν Τριαδικό Θεό πρό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, κατά τήν δημιουργία του, πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, μετά τήν πτώση του, πρό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ἐνανθρώπησή Του, πρό τῆς Πεντηκοστῆς καί μετά ἀπό αὐτήν. Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μετέχεται διαφοροτρόπως, ὡς καίουσα καί φωτίζουσα, μέ τήν διπλή ἐνέργεια τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτό τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φαίνεται ἔκδηλα στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού εἰκονίζονται στήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ πόνος καί ὁ πόθος, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσευχή, ἡ ἔκσταση καί ἡ ὅραση, οἱ ὕμνοι καί ἡ σιωπή, ὅλα αὐτά εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀγάπη καί τήν κένωσή Του, ἀλλά εἶναι καί ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία σέ ὅλη τήν ζωή της ἔζησε μέ τήν βαθυτάτη ταπείνωση πού εἶναι ἡ θεοποιός καί ὑψοποιός κένωση, δηλαδή τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό ἔζησαν καί οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἱεράρχες πού ἀποδείχθηκαν φίλοι τοῦ Θεοῦ, φίλοι τοῦ Σταυροῦ.

Τελικά, μένοντας σέ αὐτόν τόν νοητό σχηματισμό τοῦ Σταυροῦ τῆς εἰκόνας μπορεῖ νά τονισθῆ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν μέ τήν ὅλη ζωή του καί τόν τρόπο τῆς κοιμήσεώς του, κατά τό πρότυπο τῆς Θεοτόκου, γίνεται ἡ ὁριζόντια διάσταση τοῦ Σταυροῦ, καί προστίθεται ἡ κατακόρυφη διάστασή του, πού εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.  

Ἡ Παναγία προξένησε μεγάλη χαρά σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, γιατί γέννησε τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ χαρά μας καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Γι’ αὐτό τήν ἀγαπᾶμε καί τήν παρακαλοῦμε νά μᾶς προστατεύη, νά μᾶς ἐνισχύη στίς δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς μας, νά πρεσβεύη γιά νά παραμένουμε μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί νά μεσιτεύη γιά νά ἀξιωθοῦμε νά νικήσουμε τόν θάνατο μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στήν οὐράνια Ἐκκλησία

Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ



http://www.impantokratoros.gr/

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Π. Αρσένιος Σιναΐτης : Η κυρά Φωτεινιώ και το Άκτιστο Φως

Π. Αρσένιος Σιναΐτης : Η κυρά Φωτεινιώ και το Άκτιστο Φως

π. Αρσένιος Σιναΐτης : Η κυρά Φωτεινιώ και το Άκτιστο Φως
~ Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ…
Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα.
Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ ιδίαν.
Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ‘ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα ότι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμαι ότι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».
Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται ότι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισσά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.
Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν παιδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε:«Ευχαριστώ Συ Κύριε».
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωί, πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.
Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρά-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός ότι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα ότι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.
Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι ότι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κάνα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.
Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «Έλα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο… Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»
Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Όχι» λέει, «τα άλειφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»
Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις…» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει…τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλομος κάτω.
Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροϊδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κάνα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανά δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.
Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπά-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπά-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.
Στο κατόπι όμως του παπά-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρομοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ΄ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμησε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της.
Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται». «Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από εκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το ΄κανες, κυρά-Φωτεινιώ»; Λέει: «Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδην για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; «Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε».
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε…Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο…και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A! Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.
Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση…όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παράδεισο…Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα ότι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά ότι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου…Ούτε ο παπά-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπά-Γιάννης.
Ένας Δεσπότης… Μα τι Δεσπότης…Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα…Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμιά εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά…Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά». «Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου». «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Κοινώνησα παπά μου». «Κάηκες κυρά Φωτεινιώ»; «Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου : “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνεται να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπά-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά»; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.
Και λέω: «Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: «Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να ‘ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή»; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέει η κόρη μου: «Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο»; κι εγώ έμεινα… και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”.
Και απαντούσα στην κόρη μου: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μου λέγε με το μισό του στόμα: «Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς». Και έρχεται πίσω το παιδί…Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: «Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να ΄χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!
Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: «Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαΐτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα»; Κι εγώ απάντησα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!
Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παΐσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξέρω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.
Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».
Δημήτρια 2016
πηγή: orthodoxia.online
https://simeiakairwn.wordpress.com

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ: Μύνημα επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ: Μύνημα επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου



Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἀπέστειλε τό ἀκόλουθο Μήνυμα ἐπί τῆ ἑορτῆ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου πρός τόν εὐσεβῆ Κλῆρο καί τόν φιλόχριστο λαό.

Ἐκ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως


ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2017
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ
* * * * * *
Ἀγαπητά μου παιδιά,

Κατά τήν περίοδο πού διανύσαμε, στίς δεκαπέντε πρῶτες μέρες τοῦ Αὐγούστου, οἱ χριστιανοί εἴχαμε τήν εὐκαιρία καί τήν εὐλογία νά ὁδηγήσουμε τά βήματά μας στούς Ναούς κατά τό ἑσπέρας, ὥστε νά ψάλλουμε τούς Παρακλητικούς Κανόνες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Δέν εἶναι ἡ ἀπαίτηση τοῦ τυπικοῦ πού μᾶς ὤθησε προσευχητικὰ πρός τήν Παναγία. Εἶναι αὐτή ἡ ταραχή πού συγκλονίζει τήν ὕπαρξή μας καθημερινά. Εἶναι ἡ κούραση καί ἡ ὀδύνη πού μᾶς καταβάλει μπροστά στά μικρά καί στά μεγάλα προβλήματα αὐτοῦ του βίου. Τούτη ἡ ταλαιπωρία περιγράφεται ἐξάλλου μέ ἀκρίβεια στίς Παρακλήσεις, γι’ αὐτό μελωδικά ἱκετεύουμε: «Τῶν παθῶν μου τόν τάραχον, ἡ τόν κυβερνήτην τεκοῦσα Κύριον, καί τόν κλύδωνα κατεύνασον τῶν ἐμῶν πταισμάτων, θεονύμφευτε».
Προσκυνώντας σήμερα, ἀνήμερα τῆς παμμεγίστης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τήν πανίερη εἰκόνα Της, βλέπουμε τούτη τήν ταραχή, αὐτή τήν ταλαιπωρία στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Οἱ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ φωτιστές τοῦ κόσμου, περιτριγυρίζουν τό ἱερό σκήνωμα τῆς Παναγίας, καί ἡ θλίψη τοῦ θανάτου καταβάλει γιά ἀκόμα μία φορά τήν ψυχή τους. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐξαγγέλλουν τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνοι πού διδάσκουν πώς ὁ θάνατος νικήθηκε, πώς καταπατήθηκε ὁριστικά. Καί παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν ἑδραιώσει τούτη τήν πίστη τῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας στά ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς τους, πονοῦν καί ἐκεῖνοι ἀντικρίζοντας τήν σκιά τοῦ θανάτου νά ἐπικάθεται πάνω στήν μορφή τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πέτρος προσφέρει θυμίαμα, ὁ Παῦλος ἱκεσία, ὁ Ἀνδρέας στέκεται σκεπτικός, ὁ Ἰωάννης θρηνεῖ γιά Ἐκείνη πού εἶχε δεχθεῖ ὡς μάνα, ἄλλοι ἀποστρέφουν τό πρόσωπο, ἄλλοι χαμηλώνουν τό βλέμμα.
Μά Ἐκείνη, ἡ Παναγία Παρθένος, στέκεται στό κέντρο κοιμωμένη, ἀλλά καί ἀναβαίνουσα εἰς τούς οὐρανούς• μέ σῶμα γαληνεμένο καί ψυχή ἀνυψούμενη πρός τόν Υἱό καί Θεό Της. Ἀπαντᾶ στή θλίψη καί στόν πόνο τῶν Ἀποστόλων μέ ἕνα μήνυμα μυστικό, πού δέν ἐκφράζεται μέ λέξεις, μά εἶναι παραταῦτα εὔλαλο καί ἠχηρό: «Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ μου νικᾶ τό θάνατο, νικᾶ τήν ὀδύνη, νικᾶ τήν ταραχή. Προσέλθετε κοντά μου νά δεῖτε, ἐλᾶτε νά νοιώσετε, ταχύνετε νά ἀναπαυθεῖτε».
Ποῦ ὀφείλεται ὅμως τό ταραχῶδες του βίου μας; Γιατί τόση ἀγωνία καί φόβος; Γιατί τόσα πάθη καί τόσες ἀτιμίες; Γιατί τόσα δεινά καί παθήματα; Γιατί τόση ὀδύνη καί τόση δυστυχία;
Μία πρώτη αἰτία τῆς τόσης ταραχῆς μᾶς ἀποτελεῖ ἡ ἀνάγκη. Ὁ ἄνθρωπος σέ τοῦτο τόν σκληρό κόσμο, σέ τοῦτο τόν κόσμο τῆς πτώσεως καί τῆς φθορᾶς, προσπαθεῖ καθημερινά νά ἐπιβιώσει. Ἡ ἐξασφάλιση τῆς τροφῆς, τῆς ἔνδυσης, τῆς προστασίας, τῆς ἀσφάλειας ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο σέ συνεχῆ προσπάθεια, σέ μία μάχη καθημερινή. Ὁ κόπος ὑπέρμετρος, ὁ κάματος πολύς, μά ὄχι ἀρκετός γιά νά ἐξασφαλιστεῖ ἡ ἔκβαση τούτου τοῦ ἀγώνα. Οἱ ἀνάγκες μᾶς συχνά θά μᾶς καταβάλουν, θά μᾶς κατανικήσουν, θά μᾶς ὁδηγήσουν σέ ἀγωνία καί σέ ἀδιέξοδο.
Ἡ ταραχή μας ἐπίσης ὀφείλεται στόν ἀνταγωνιστικό χαρακτήρα τῶν σχέσεών μας. Οἱ ἄνθρωποι ἔχοντας ἀπολέσει τήν ἑνότητα μέ τόν οὐρανό καί μεταξύ τους, προσπαθοῦν νά ἐπιβληθοῦν ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Τό παιχνίδι τῆς ἐξουσίας, κρύβεται ὡς πειρασμός ἀκόμα καί στίς σχέσεις πού βασίζονται στήν ἀγάπη. Ἡ συζυγία, ἡ φιλία, ἡ συνεργασία φθείρονται καί κλωνίζονται. Ὁ φθόνος καί ἡ μοχθηρία μολύνουν τήν προσπάθειά μας νά ἐπικοινωνήσουμε ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον. Ὁ φόβος πώς ὁ ἄλλος εἶναι ἐχθρός, ἕτοιμος νά μᾶς πληγώσει καί νά μᾶς δουλώσει, ἑδραιώνει στή ψυχή μας τόν κλύδωνα καί τήν τρικυμία.
Ἀπό τήν ἄλλη δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε πώς ἡ ταραχή ἀκολουθεῖ τήν ἁμαρτία ὡς φυσική ἐπίπτωση. Ὅταν μιλοῦμε γιά ἁμαρτία ἐννοοῦμε τήν ἀπόσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό. Τοῦτο τό χάσμα δέν εἶναι ἕνα θεωρητικό σχῆμα, ἀλλά ἕνα γεγονός τοῦ ὁποίου οἱ ἐπιπτώσεις ψηλαφοῦνται στή καθημερινότητά μας. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τό Θεό «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν». Μέ τήν πτώση μακραίνει ἀπό τήν ἀληθινή του φύση, ἀπό τόν φυσικό του προορισμό. Αὐτή ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τή θεία προοπτική ὁδήγησε τόν ἄνθρωπο σέ φοβερή σύγχυση. Ποιός ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεώς του; Ποῦ πρέπει νά ὁδηγήσει τά βήματά του; Τί ἁρμόζει στήν ἀνθρώπινη φύση καί τί εἶναι ξένο πρός αὐτή; Ποιά τά ὅρια καί ποιά ἡ προοπτική της ζωῆς του; Ὅσο τά ἐρωτήματα παραμένουν ἀναπάντητα ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ἐγκλωβισμένος μέσα σέ ἔργα καί πράξεις χωρίς νόημα, τά ὁποία δέν ὑπηρετοῦν τήν ἀλήθεια γιά τήν ὁποία εἶναι φτιαγμένος, ἀλλά τήν κακία καί τήν μικρότητα. Τούτη ἡ τραγική ἐμπειρία τῆς ἁμαρτωλότητας ταράζει βαθιά τήν ὕπαρξή μας.
Ἡ ταραχή τελικά εἶναι γνήσιο τέκνο τοῦ θανάτου. Ὁ ἄνθρωπος μακριά ἀπό τό Θεό ζεῖ τήν ζοφερή κατάσταση τοῦ θανάτου. Τό ἄλγος καί ἡ ἀσθένεια χτυποῦν ξαφνικά καί προοιωνίζουν τό τέλος. Μά καί σέ κάθε ἀνθρώπινη προσπάθεια δημιουργική καί σπουδαία, ὁ θάνατος ρίχνει τή σκιά τοῦ προσπαθώντας νά σκοτίσει τήν ἔκβαση αὐτῆς. Ἔχει ἐνδιαφέρον πώς στήν ἐποχή μας τήν παραλυτική δύναμη τοῦ θανάτου ἔρχονται νά τήν ὁμολογήσουν ἀκόμα καί πρόσωπα πού ἀπέχουν πολύ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία. Ὀνομαστός ψυχαναλυτής, μαρτυρεῖ μετά ἀπό πολυετῆ μελέτη σέ σειρά ἀσθενῶν, πώς αἰτία κάθε νεύρωσης ἀποτελεῖ ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ἀκόμα καί σέ ἐκεῖνες τίς περιπτώσεις πού δέν εἶναι τοῦτο φανερό. Ὁ θάνατος ἀποδομεῖ  τά πάντα, στερεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο κάθε αἴσθηση σταθερότητας καί προοπτικῆς, ὁδηγώντας τόν στό μηδέν καί στό τίποτα. Μπροστά σέ αὐτό τό ἔρεβος ὁ ἄνθρωπος χάνει κάθε ἠρεμία καί ἰσορροπία, ἐγκαταλειπόμενος στήν ταραχή καί στήν ἀστάθεια.
Στό πρόσωπο ὅμως τῆς Παναγίας Παρθένου, τούτη ἡ ταραχή ἀποσύρεται καί παύει. Αὐτό μαρτυρεῖται μέ ποιητικό τρόπο κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος: «Ἐν ταῖς ζάλαις ἐφεῦρον σέ λιμένα, ἐν ταῖς λύπαις χαράν καί εὐφροσύνην, καί ἐν ταῖς νόσοις ταχινήν βοήθειαν, καί ἐν τοῖς κινδύνοις, ρύστιν καί προστάτιν, ἐν τοῖς πειρατηρίοις».
Ἡ Κυρία Θεοτόκος παύει τήν ταραχή πρωτίστως γιατί δέν ἐγκαταλείφθηκε ἡ ἴδια κατά τόν παρόντα βίο στήν ἀνάγκη. Ἡ μέριμνά της δέν ἦταν πώς θά ζήσει μία «φυσιολογική» ζωή, μέ ἄνεση καί ἀσφάλεια, μέ τιμή καί πλοῦτο, ἀλλά πώς θά ὑπηρετήσει τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Τοῦτος ὁ προσανατολισμός τήν ὁδήγησε κατά τόν Εὐαγγελισμό στήν ταπεινή ἀπόκριση «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου• γένοιτο μοί κατά τό ρῆμά σου». Καί αὐτή ἡ κατάφαση στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ ἕνωσε τόν οὐρανό καί τή γῆ, φέρνοντας στή θέση τῆς ταραχῆς τήν εἰρήνη τήν ἄνωθεν.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος καταργεῖ τήν ταραχή γιατί δέν εἶδε τά πρόσωπα πού τήν περιέβαλαν ἀνταγωνιστικά. Δέν διεκδίκησε κάποια θέση, κάποιο ρόλο. Ἦταν ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, μά ἀποδεχόταν κάθε λόγο τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της χωρίς νά προβάλει κανένα δικαίωμα: «ὅς γάρ ἄν ποιήση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου καί μήτηρ ἐστί». Ἀκούγοντας τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ, γίνεται διπλά μητέρα Του, ὄχι μόνο γιατί τόν δέχτηκε στά σπλάχνα της, ἀλλά καί γιατί ἔγινε Ἐκείνη πού πρώτη ποίησε τό θέλημά Του στόν ἔσχατο βαθμό. Μακριά ἀπό διεκδικήσεις καί ἔριδες, ἔγινε τό κέντρο τῶν Ἀποστόλων μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἔγινε σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας, παράδειγμα καί πρότυπο γιά κάθε πιστό.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἀπαλλάσσει ἀπό τήν ταραχή γιατί ἔζησε ἐν ἀπολύτω ἁγνεία. Ἄν καί ἦταν ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς, φέρουσα τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἡ ἀγαθή της προαίρεση ἀπό τή μία, καί ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐντός Της ἀπό τήν ἄλλη, τήν κατέστησαν ἀειπάρθενο Κόρη. Ἡ ἁγνότητα τῆς Παναγίας ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν μπόρεσε νά βρεῖ τόπο σέ αὐτήν. Τίποτα δέν μποροῦσε νά τήν χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν σχέση καί τήν κοινωνία μαζί του, πρό τοῦ τόκου, κατά τόν τόκο, καί μετά τόν τόκο τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι ἡ Παρθενία τῆς Παναγίας μᾶς γίνεται μαρτυρία καταπαύσεως τῆς ταραχῆς πού συνοδεύει τόν ἐρχομό τῶν ἀνθρώπων στόν κόσμο, τοῦ πόνου καί τῶν ὀδυνῶν τῆς γυναίκας κατά τήν γέννα. Ἡ πανάμωμος Μαριάμ φανερώνει πώς ἡ ἁμαρτία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀποκλειστική ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ χριστιανός μπορεῖ νά τήν ἀρνηθεῖ καί νά τήν ἀντιπαλέψει, γαληνεύοντας τόν βίο του καί τήν ὕπαρξή του.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἀναιρεῖ τήν ταραχή γιατί ἐνῶ γνώρισε τόν θάνατο δέν κατανικήθηκε ἀπό αὐτόν. Ἡ Παναγία μᾶς πεθαίνει ἀληθινά. Ἡ εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀποκαλύπτει μέ τρόπο ξεκάθαρο τήν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος. Ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἱστορεῖται μέ τρόπο συγκλονιστικό. Τό σῶμα τῆς Μαριάμ γαληνεμένο σέ ὕπνο βαθύ, κι ἡ ψυχή Της μέ μορφή νηπίου στίς Υἱκές ἀγκάλες. Ὅμως τά ἀπότοκά του θανάτου δέν ἀγγίζουν τήν Παναγία μας. Ὁ Υἱός Της δέν ἐπιτρέπει στό σῶμα πού Τόν γέννησε, νά ἐγκαταλειφθεῖ στή φθορά καί στή σήψη. Μαζί μέ τήν ἁγία ψυχή της, δέχεται καί τό παναγνό σῶμα Της, φανερώνοντάς μας πώς ὁ νόμος τοῦ θανάτου δέν εἶναι πλέον κυρίαρχος. Γι’ αὐτό οἱ φόβοι μᾶς μποροῦν νά καταλαγιάσουν, καί ἡ ἐλπίδα πρέπει νά γεννηθεῖ στή ψυχή τῶν πιστῶν.
Ἀγαπητά μου παιδιά,
Ὅσα προβλήματα καί νά ταλανίζουν τή ζωή μας• ὅσες μέριμνες κι ἄν σκοτίζουν τό νοῦ μας• ὅσοι φόβοι κι ἄν ἀκινητοποιοῦν τήν ὕπαρξή μας• ὅσοι πειρασμοί κι ἄν ξεγελοῦν τή θέλησή μας• ὅσες ἀσθένειες κι ἄν ταλαιπωροῦν τό σῶμα μας• ὅσα ἁμαρτήματα κι ἄν βαραίνουν τήν ψυχή μας• ὅση ταραχή καί ἄν ἀχθοφορεῖται στή ζωή μας• ἡ Κυρία Θεοτόκος μπορεῖ νά ἀπαντήσει σέ ὅλα τά δεινά μας, σέ κάθε πειρασμό καί δοκιμασία. Γι’ αὐτό ἀξίως ἀπευθύνουμε τοῦτες τῆς ἡμέρες πρός τήν Παναγία ὕμνους καί δεήσεις μέ θέρμη καί ἐλπίδα: «Χαῖρε θρόνε πυρίμορφε Κυρίου, χαῖρε θεία καί μανναδόχε στάμνε, χαῖρε χρυσή λυχνία, λαμπάς ἄσβεστος, χαῖρε τῶν παρθένων δόξα καί μητέρων, ὡράϊσμα καί κλέος».
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη
Ο  Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ  Σ Α Σ
† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Πηγή: http://impantokratoros.gr/

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΜΕ ΓΕΡΟΝΤΑ.

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΜΕ ΓΕΡΟΝΤΑ.






«Σάββατο ἀπόγευμα».


Μᾶς ἔλεγε ὁ γέροντας μιάν ἱστορία. Ἕνα Σάββατο ἀπόγευμα βρέθηκα σέ ἕνα μεγάλο ἑσπερινό. Τά ὀστᾶ δύο Ἁγίων εἶχαν τεθεῖ στή μέση τοῦ ναοῦ γιά προσκύνηση. Ἦταν τά ὀστᾶ τοῦ ἑορταζόμενου τή μέρα ἐκείνη Ἁγίου, καί δίπλα του τά ὀστᾶ ἑνός νεοφανοῦς Ἁγίου, τόν ὁποῖο πολύ ἀγαποῦσα. Ὁ λαός πού εἶχε ἔρθει νά προσκυνήσει ἦταν πολύς. Πολλοί καί οἱ Ἱερεῖς ἀλλά καί οἱ Ἀρχιερεῖς.
Κάποια στιγμή, συνέχισε ὁ γέροντας, σάν νά ἄνοιξαν τά μάτια τῆς καρδιᾶς μου καί εἶδα παντοῦ νά κυριαρχεῖ ἕνα ἀπόκοσμο φῶς σάν ἀπό χρυσό. Ὁ ὑλικός κόσμος δέν εἶχε χαθεῖ, ἀλλά παράλληλα μ’ αὐτόν ὑπῆρχε παντοῦ, ἀναδυόταν καλύτερα ἀπό παντοῦ, αὐτό τό ἰδιαίτερο φῶς. Στό βάθος εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι ἦταν ὁ Χριστός ἀκίνητος, ἑδραῖος ἐπί θρόνου καί ἡ Παναγία. Ὁ νοῦς μου ὅμως ἔμεινε στούς δύο Ἁγίους. Ἀκίνητοι στή μέση τοῦ ναοῦ, στή θέση πού ἦταν τά ὀστᾶ τους. Τά πρόσωπά τους πρός τό λαό.



Ἰδιαίτερη ἐντύπωση μοῦ ἔκανε ὁ νεοφανής Ἅγιος γιά τόν ὁποῖο ψέλνονταν καί τά τροπάρια. Ἀκίνητος σάν ἄγαλμα, μέ σκυμμένο τό κεφάλι σέ μία συνεχῆ ἐσωτερική προσευχή. Ἀτάραχος, ἀπαθής, ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ. Καμιά ἀντίδραση, καμιά κίνηση. Μόνο συνεχής ἐσωτερική προσευχή. Εἶχε μετουσιωθεῖ ὁλόκληρος σέ προσευχή. Εἶμαι ἀπολύτως σίγουρος ὅτι τά μάτια τῆς καρδιᾶς μου ἄνοιξαν λόγῳ τῶν προσευχῶν καί τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ. Ὅπως εἶμαι καί ἀπολύτως σίγουρος ὅτι καί πολλοί ἀπό τούς παρευρισκόμενους προσκυνητές δέχτηκαν ἐπίσης τά δῶρα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου κατά τόν τρόπο πού ἀνέπαυε τόν κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς.



Ὁ κόσμος εὐχαριστοῦσε ἐσωτερικά τόν Ἅγιο γιά τά πολλά του δῶρα, κι ὅμως ὁ Ἅγιος παρέμενε ἀκίνητος καί ἐν προσευχῇ. Ἦταν μπροστά στό Χριστό, κι ὅμως ἐκεῖ, ἀπολύτως ἀκίνητος καί ἐν συνεχεῖ προσευχῇ. Τά τροπάρια τόν ὑμνολογοῦσαν καί αὐτός ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ. Ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ καί προσευχῇ. Ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Χριστός πίσω του. Ἡσυχία καί προσευχή, καί ὅμως ταυτόχρονα τόσα πολλά νά λειτουργοῦνται γύρω καί παντοῦ μέ ἕναν τρόπο ἄφατο, ἀπερινόητο καί μυστικό.

Ὅση ὥρα αἰσθανόμουν τόν Ἅγιο στά μάτια τῆς καρδιᾶς μου, αὐτός παρέμεινε ἔτσι, στήν ἴδια στάση, στήν ἴδια ἡσυχία, χαρίζοντάς μου ἕνα μεγάλο δῶρο καί μιά εἰκόνα λυτρωτική γιά ὅλη μου τή ζωή. Αἰσθάνθηκα πώς ἡ ἡσυχία καί ἡ συνεχής προσευχή εἶναι ἡ ἀναπνοή, ἤ καλύτερα ἡ ζωή τοῦ κόσμου τοῦ φωτός. Τά ἄλλα ὅλα εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Συμπερίληψη τοῦ παντός καί λειτουργία μέ ἕνα τρόπο μυστικό.

Καί ὁ ἀγαπημένος μου Ἅγιος ὄντας ἐν πλήρει ἀκινησίᾳ καί μέ ἑδραῖο ἀνάστημα (sic) νά διευρύνεται συνεχῶς, κινούμενος ἀπό κορυφή σέ κορυφή καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν.


http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Οι δοκιμασίες είναι το σπρώξιμο του Θεού…

Οι δοκιμασίες είναι το σπρώξιμο του Θεού…

Βασανιζόμαστε. Πέφτουμε και σηκωνόμαστε. Κάνουμε και ζούμε τα ίδια λάθη, τα ίδια πάθη, τα ίδια αδιέξοδα λιμνάζουν την ζωή μας.
Φοβάστε την αλλαγή. Δυσκολευόμαστε στην μετάνοια. Έχουμε συνηθίσει την μιζέρια.
Η αρρώστια έγινε το καταφύγιο μας. Το «θύμα» ο μεγάλος ρόλος της ζωής μας. Τότε τι κάνει ο Θεός;
Επιτρέπει την «καταστροφή» μας για να βρούμε τον εαυτό μας.
Γνωρίζει οτι μόνοι μας ποτέ δεν θα κάναμε τίποτα ώστε να αλλάξουμε εκείνα που μας αρρωσταίνουν και μας διαλύουν υπαρξιακά.
Επιτρέπει μια δοκιμασία που στην πραγματικότητα είναι ευκαιρία.
Απλά την ώρα του πόνου δεν διακρίνεται η ευεργεσία. Αυτό θα γίνει αργότερα.
Ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πάντα μέσα από την κόλαση. Εκεί θα πάρουμε τις κρίσιμες αποφάσεις για την ζωή μας.
Εκεί στην καταστροφή, στα συντρίμμια θα συναντήσουμε ξανά τον εαυτό μας, και λαβωμένο θα τον διασώσουμε από τον θάνατο.
Ο Χριστός κατέβηκε τρεις μέρες στον άδη, στο απόλυτο σκοτάδι, γιατί ήξερε καλά οτι από εκεί θα γίνει η Ανάσταση.
Πάνω στις πληγές μας κτίζεται το αύριο.
Οι δοκιμασίες δεν είναι τίποτε άλλο από το σπρώξιμο του Θεού να ζήσουμε όλα εκείνα που ξεχάσαμε οτι είχαν αξία για μας…
Πηγή: π. Λίβυος
https://simeiakairwn.wordpress.com

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Τι έκανε ο σατανάς όταν χειροτονήθηκε ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης;…

Τι έκανε ο σατανάς όταν χειροτονήθηκε ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης;…

Αποτέλεσμα εικόνας για ιακωβος τσαλικης
Στη Μονή δεν υπήρχε Ιερέας να λειτουργήσει τακτικά. Ο Νικόδημος είχε πληροφορήσει το μητροπολίτη Χαλκίδας, τον αγαθό επίσκοπο Γρηγόριο, για το νέο μοναχό και τις αρετές του.
Κι αποφασίστηκε να τον χειροτονήσουν. Ο Ιάκωβος τ’ άκουσε με λαχτάρα και με φόβο πολύ. Η ψυχή του έκλαιγε για την ιεροσύνη. Έκλαιγε όμως και από επιθυμία και από φόβο. Του ρχότανε ν’ αγκαλιάσει την ιεροσύνη και να πεθάνει γι’ αυτήν, μα τρόμαζε και τον έπιανε πανικός τώρα που πλησίαζε η ώρα.
Στις 17 του Δεκέμβρη κατέβηκε στη Χαλκίδα. Την άλλη μέρα ο Μητροπολίτης τον χειροτόνησε διάκονο, στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας. Τον κάλεσε αποβραδύς και του εξήγησε: Έλα, παιδί μου Ιάκωβε. Εσύ δεν ξέρεις πολλά γράμματα, είσαι όμως ευσεβής, γι’ αυτό θα σε χειροτονήσω…
Στις 19, την άλλη μέρα, στο παρεκκλήσι του επισκοπείου, του έδωσε και την ιεροσύνη. Μετά μίλησε ο Γρηγόριος. Μίλησε και είπε λόγια περίεργα, για τους οσίους και τους αγίους της Εκκλησίας. Είπε στους λίγους παριστάμενους για τις αρετές του νέου ιερέα, του Ιακώβου, που είχε σκυμμένο το κεφάλι. Είπε ακόμα στον ίδιο ένα λόγο προφητικό: -Και συ, παιδί μου, θ’ αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει άγιο η Εκκλησία.
Τα φοβερά τούτα λόγια περάσανε πάνω από τα κεφάλια και κανείς δε φάνηκε να τα πρόσεξε. Ο γερο-επίσκοπος Γρηγόριος όμως ήξερε τι έλεγε, τι τον έβαζε το άγιο Πνεύμα να πει. Ο νέος ιερέας έκανε Απόλυση και μοίρασε αντίδωρο. Πρώτη πήρε η αδερφή του Αναστασία, όπως το είχε πει πεθαίνοντας η μητέρα τους. Μετά ο Μητροπολίτης ζήτησε από τον Ιάκωβο να κάνει αγιασμό στην κατοικία του και στην κατοικία της αδερφής του. Ο Ιάκωβος δίσταζε, ντρεπότανε… μα έκανε υπακοή και «άγιασε» τον επίσκοπο του. Την ίδια μέρα πήρε το δρόμο για τη Μονή της μετανοίας του, την οποία, παρά το χάλι της, δε θα εγκαταλείψει ποτέ.
Μόλις επέστρεψε στη Μονή λειτουργούσε κάθε μέρα. Έκανε όλες τις Ακολουθίες, Εσπερινό, Απόδειπνο, Μεσονυκτικό, Όρθρο, Ώρες και μετά τη Λειτουργία… συνήθως μόνο με τον αγαθό Ευθύμιο. Η Λειτουργία μόνο τις καθημερινές, τουλάχιστον τρεις – τέσσερις φορές την εβδομάδα. Για τις Κυριακές είχε εντολή από το Μητροπολίτη να λειτουργεί στα χωριουδάκια Δαμνιά, Παληοχώρι, Καλαμούδι και Δρυμώνα.
Όλα τούτα καλά και θεάρεστα, μα για το Σατανά καταπέλτης.
Όταν ο Σατανάς είδε τόσο συχνή Λειτουργία στη Μονή, αγρίεψε περισσότερο. Ο Άνθιμος και οι φίλοι του δουλέψανε πιο σκληρά. Κι όσο προσπαθούσε ο Ιάκωβος να τους ημερέψει, τόσο πιο θηρία γινόσανε αυτοί. Μέσα στο καταχείμωνο και ο νέος ιερέας ένιωθε ζωσμένος από χίλιους πειρασμούς.
Και να πεις ότι καθότανε σε υποφερτό κελί, ν’ απαγκιάζει από τη βροχή και το χιόνι; Το χειρότερο απ’ όλα το κελί του κι ας ήτανε ο οικονόμος και ο ιερέας της Μονής. Τρύπια τα πατώματα, κι από κάτω βάζανε τα γίδια της Μονής. Κοιμότανε λίγο, μα και κείνο το λίγο γινόταν επικίνδυνο. Την πρώτη φορά που έριξε πολύ χιόνι, όταν σηκώθηκε από τον λίγο ύπνο του, είδε στην πλάτη του χιόνι από πάνω μέχρι κάτω.
Φύσαγε και από τη χαραμάδα έβαζε χιόνι. Έτσι, άσπρισε η πλάτη του όλη. Και για άσκηση δεν άναβε πάντοτε φωτιά. Ούτε παπούτσια της προκοπής είχε για το χειμώνα. Του ‘χε στείλει κάτι παλιές στρατιωτικές αρβύλες η γυναίκα του συνταγματάρχη Ζώη. Μα κι αυτές, μονοφόρι, λιώσανε και τους έβαζε για σόλες ο π. Ιάκωβος καουτσούκ από πεταμένες ρόδες αυτοκινήτων.
Ανυπόφορη κι επικίνδυνη γινότανε η κατάσταση τις Κυριακές το πρωί. Πριν ξημερώσει, με βροχή, με πάγους, με πολύ χιόνι ως το γόνατο, έπρεπε να φύγει με το μουλάρι, τη Χάιδω, να πάει να λειτουργήσει στα χωριουδάκια. Μέσα στη Μονή φορούσε ότι κουρέλια κι αν είχε. Έβαζε πάνω του και μια τρύπια βελέντζα. Εκεί που πήγαινε όμως, έπρεπε να είναι αξιοπρεπής. Μα τ’ αξιοπρεπή του ρούχα ήσαν ελαφριά.
Δεν είχε καλά χοντρά ρούχα, γι’ αυτό έτρεμε σύγκορμος κι όλο αρρώσταινε. Το ‘μαθε η Ζώη και του ‘στείλε μια παλιά στρατιωτική μανδύα του άντρα της, που τη βάψανε μαύρη και του την κάμανε κάτι σαν ράσο. Έτσι, προστατεύτηκε κάπως. Κι όλα τούτα, λίγο πολύ τα πολέμαγε. Κάποιο τρόπο έβρισκε. Με τους πειρασμούς όμως τα πράγματα ήσανε πολύ πιο δύσκολα…
Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος
https://simeiakairwn.wordpress.com