Εορτολόγιο

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ καί τά συλλείτουργα τῶν ἡμερῶν μας

Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ καί τά συλλείτουργα τῶν ἡμερῶν μας



Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος ραφαηλ
Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ, ἰατρός

Δεκατρία χρόνια μετά τήν προδοτική ψευτοσύνοδο τῆς Φερράρας, ὁ συνυπογραφείς ἑνωτικός ὅρος ἐφαρμόζεται πλέον καί στήν πράξη: Ἀπεσταλμένοι τοῦ πάπα ἔρχονται στήν Κωνσταντινούπολη καί στίς 12 Δεκεμβρίου 1452 (πέντε μῆνες πρίν ἀπό τήν Ἅλωση) συλλειτουργοῦν μέ τούς δικούς μας μέσα στήν Ἁγιά Σοφιά.
Ἡ ὑβριστική αὐτή ἑνωτική λειτουργία σήμανε καί τό τέλος τῆς χιλιόχρονης Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ προδοσία τῆς Πίστεως, ὅπως μαθαίνουμε ἀπό τά Βιβλία μας τά Ἱερά, ποτέ δέν μένει ἀτιμώρητη. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σηκώθηκε ἀπό τήν Πόλη καί ἀντ’ αὐτῆς
ἐγκαταστάθηκε ἡ χατζάρα τοῦ Τούρκου.
Στήν συγκεκριμμένη, ὅμως, ἀποστασία (συλλείτουργο μέ αἱρετικούς), κάποια παλληκάρια τῆς Πίστεώς μας διαμαρτυρήθηκαν καί ἀντέδρασαν σθεναρά. Ἀνάμεσά τους καί ὁ γνωστός σέ ὅλους μας θαυματουργός Ἁγιος τῆς νήσου Λέσβου, ὁ Ἅγιος Ραφαήλ.
Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ ἦταν διορισμένος ἀπό τόν ἵδιο τόν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο ὡς σύμβουλός του καί πρωτόπαπας. Στήν κρίσιμη, ὅμως, ὥρα (τήν ὥρα τοῦ προδοτικοῦ συλλείτουργου) δέν ὑπολόγισε οὔτε ἀξιώματα οὕτε φιλίες αὐτοκρατορικές. Κινούμενος στήν ἴδια ἐκκλησιολογική καί πνευματική γραμμή μέ τόν Γεννάδιο, συμβουλεύει τόν αὐτοκράτορα νά σταματήσουν κάθε σχέση μέ τούς παπικούς. Προτείνει στόν βασιλιᾶ νά ἀγωνιστοῦν γιά τήν σωτηρία τῆς Πόλης καταφεύγοντας ὅχι στήν δῆθεν βοήθεια τοῦ ἀντίχριστου Βατικανοῦ, ἀλλά στήν δοκιμασμένη κραταιά προστασία τῆς Παναγιᾶς μας.
Ὁ Ἅγιος Ραφαήλ, ἐνῷ ἦταν καλεσμένος ἀπό τόν ἵδιο τόν αὐτοκράτορα, δέν πάτησε τό πόδι του στό προδοτικό συλλείτουργο. Στοιχημένος στήν ἁγιοπατερική μας Παράδοση, ἀρνήθηκε νά συμπροσευχηθεῖ μέ τούς ἑνωτικούς λατινόφρονες καί μέ τούς ἐκπροσώπους τοῦ ἀρχιαιρεσιάρχη, δηλαδή τοῦ πάπα. Ὁ βασιλιᾶς, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἐξοργίστηκε μέ τήν σθεναρά Ὀρθόδοξη στάση τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ καί ἔδωσε ἀμέσως διαταγή νά ἐξοριστεῖ. Νά πῶς βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας στήν Λέσβο, ὅπου καί ἀργότερα μαρτύρησε: Ἐξορισμένος στό νησί γιά τά ἀνόθευτα Ὀρθόδοξα φρονήματά του καί τήν προσήλωσή του στήν Ἁγιοπατερική μας Παράδοση.
Στίς ἡμέρες μας, σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, τό ἔμπρακτο παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ ἀποδεικνύεται, δυστυχῶς, ὅτι δέν ἔχει πέραση. Σήμερα, οἱ ἴδιοι ἐκκλησιαστικοί ἀξιωματοῦχοι, οἱ ὁποῖοι λένε ὅτι σεμνύνονται τόν Ἅγιο Ραφαήλ, ὅχι μονάχα δέν ἀντιδροῦν στήν συμπροσευχητική παρουσία καρδιναλίων καί παστόρων μέσα σέ Θεία Λειτουργία στό Φανάρι, στό Κολυμπάρι καί ἀλλαχοῦ ἐν Εὐρώπῃ καί Ἀμερικῇ, ἀλλά τοὐναντίον ἐπιχαίρουν καί καυχῶνται γιά τά προδοτικά τους αὐτά ‘’κατορθώματα’’.
Ἀπόδειξη, τά ἀτελείωτα πάρε-δῶσε μέ τήν πανσπερμία τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ἀλλοπίστων, ἡ ἐνυπόγραφη ‘’συνοδική’’ ἀναγνώριση τῶν άντιχρίστων ἀποφάσεων τοῦ λεγόμενου παγκοσμίου συμβουλίου ἐκκλησιῶν, τά ἐντατικά μαθήματα ἱερωμένων γιά τήν ἐμπέδωση τῶν ἀποφάσεων τῆς ψευτοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μετάλλαξη τῶν περισσοτέρων ἀντιαιρετικῶν γραφείων σέ κέντρα συνεργασίας μέ ‘’ἑτεροδόξους ἀδελφούς’’, ἡ μετατροπή Ἱερῶν Μονῶν σέ ἄντρα ‘’μεταπατερικῆς θεολογίας’’ καί διδασκαλεῖα ‘’σύγχρονων φιλοσοφικῶν θεωριῶν’’, καί πάνω ἀπ’ ὅλα τό μένος ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἀξιωματούχων ἐναντίον κάθε Ρωμηοῦ ρασοφόρου (παπᾶ ἤ μοναχοῦ), πού δηλώνει ἐλάχιστος μιμητής τοῦ νεοφανοῦς καί θαυματουργοῦ Ἀγίου μας, τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, τοῦ μαρτυρήσαντος στήν νῆσο Λέσβο.
Ἡ ἀποστασία μας ἀναμφιβόλως ἔχει λάβει τεράστιες διαστάσεις.
Οἱ ὑψηλά ἱστάμενοι, στήν συντριπτική τους πλειονότητα, ὑπηρετοῦν χωρίς συστολή τήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, εἴτε μέ τήν σιωπή τους εἴτε  μέ τά ἔργα τους. Εἶναι παραλογισμός –γιά νά μήν ποῦμε καθαρή ὑποκρισία- ἀπό τήν μιά μεριά νά διδάσκεις, ὅτι ‘’ἑορτή Ἁγίου ἴσον μίμησις Ἀγίου’’ καί ἀπό τήν ἄλλη νά βάζεις στά ἕξι μέτρα κάθε πιστό (παπά ἤ λαϊκό), πού προσπαθεῖ μέ φιλότιμο νά ἐφαρμόσει τήν Χρυσοστομική παρότρυνσή σου.
Οἱ πιό κάτω (τίμιοι παπάδες καί εὐλαβεῖς μοναχοί), ζῶντας ὑπό καθεστώς ὁμηρίας καί τρομοκρατίας, σιωποῦν περιμένοντας τάχα εὐνοϊκότερες ἡμέρες γιά νά ἀντιδράσουν.
Ἐνῷ οἱ πιστοί, ὡς ἀνεπίσκοποι πλέον, καταλήγουν στήν ἀδιαφορία ἤ στήν σύγχυση.
Θά βγοῦν ἐπιτέλους μπροστά μερικοί Ἐπίσκοποι, μέ ἔψιλον κεφαλαῖο, γιά νά πιάσουν ὄντως σκοπιά, νά φυλάξουν τό ποίμνιο καί νά κρατήσουν ἀνόθευτη τήν πολυτίμητη Ὀρθοδοξία μας; Ἤ θά συνεχίσουμε τόν ἴδιο ἐκκοσμικευμένο (οἰκουμενιστικό) χαβά, περιγράφοντας τά δεινά τοῦ λαοῦ μας ἁπλῶς καί μόνον ὡς ‘’κρίση’‘ καί ’’ἀκραῖα καιρικά φαινόμενα’’, καί ὅχι ὡς θεομηνία καί Θεία Δίκη γιά τά τεκταινόμενα στόν χῶρο τῆς Πίστεως;

18.11.2017

Πηγή: http://makkavaios.blogspot.gr

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός: Στη δίνη του Εθνικισμού ο Χριστός και η Παναγία

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός: Στη δίνη του Εθνικισμού ο Χριστός και η Παναγία


Στη δίνη του Εθνικισμού ο Χριστός και η Παναγία
π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
1. Ένα σύμπτωμα του νοσηρού εθνικισμού (υπάρχει και ο υγιής εθνισμός, η φιλοπατρία) είναι η προσπάθεια κάποιων κύκλων του νεοπαγανισμού να αποδειχθεί η (δήθεν) ελληνική καταγωγή του Χριστού, ώστε και η σωτηρία του κόσμου, όπως και αν την κατανοούν οι εκπρόσωποί τους, να αποδοθεί στον Ελληνισμό. Σ’ αντίθεση, λοιπόν, προς εκείνους τους νεοειδωλολάτρες, που με μανία αποκρούουν και απορρίπτουν κάθε τι το χριστιανικό ψέγοντάς το με αποτροπιασμό ως «εβραϊκό», αυτοί τηρούν αυτή τη συγκαταβατική και διαλλακτική στάση, όχι φυσικά από ενδιαφέροντα σωτηριολογικά και θεολογικά, αλλά καθαρά εθνοφυλετικά, και κυρίως για την πολιτική εκμετάλλευση του Ελλαδικού Χριστιανισμού, ως Ορθοδοξίας, και την εξαπάτηση των αφελών. 

Ο επιχειρούμενος «εξελληνισμός» του Χριστού συνδέεται από τους κύκλους αυτούς με την υποστήριξη της ελληνικής καταγωγής της Παναγίας, ώστε, εάν αποδειχθεί η ελληνική καταγωγή της, να συναχθεί και η ελληνικότητα του Χριστού! Ο Ελληνισμός όμως, που γέννησε και την καθαρά επιστήμη και διαμόρφωσε αρχές στην έρευνα αιώνιες και ακατάλυτες, δεν χρειάζεται την πλαστογράφηση της ιστορίας, για να μεγαλυνθεί, διότι ελληνική αρετή είναι η «ζήτησις της αληθείας» (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, +215 μ.Χ.) και δοξασμός του η αποδοχή και κήρυξή της στην Οικουμένη. Υπάρχουν βασικότατα επιχειρήματα, που βεβαιώνουν την εβραϊκή καταγωγή της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού. 

Η Παναγία υπήρξε εβραία στην πίστη και ισραηλίτισσα στην καταγωγή έστω και αν έζησε στην «Γαλιλαία των Εθνών» διότι: 

α) Το όνομά της ΜΑΡΙΑ-ΜΑΡΙΑΜ-ΜΥΡΙΑΜ είναι καθαρά εβραϊκό. Αν δεν καταγόταν από εβραίους γονείς και ήταν προσήλυτη στον ιουδαϊσμό θα έφερε ελληνικό όνομα. Στο Λουκ. Ι, 27 αναφέρεται ρητά, ότι ήταν «εξ οίκου Δαβίδ», δηλαδή από την φυλή του Ιούδα (πρβλ. Λουκ. Ι, 32. 69 και Ρωμ. Ι,3). Μέχρι σήμερα στους Εβραίους η μητέρα ορίζει την καταγωγή και ο πατέρας το όνομα Μπεν, δηλαδή Γιός του Τάδε. Π.χ. Μπεν Γκουριόν = /Γιός του Γκουριόν. Ελληνικά θα ήταν γκουριονίδης ή Γκουριονόπουλος). 

β) Οι γονείς της Παναγίας έχουν και αυτοί καθαρά εβραϊκά ονόματα και ήσαν μάλλον ιεροσολυμίτες. Τα ονόματά τους (Ιωακείμ και Άννα) παραδόθησαν από το (μη κανονικό, αλλά με πολλά αυθεντικά ιστορικά στοιχεία) «Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου» και δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ στην αρχαιότητα. 

γ) Ανατράφηκε στον χώρο του εβραϊκού Ναού, όπου την είχαν «τάξει» οι γέροντες γονείς της. 

δ) Εξαδέλφη της ήταν η Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου, καθαρά εβραία «εξ οίκου Ααρών» (Λουκ. Ι, 5). 

ε) Ο Ιωσήφ, ως πιστός Ιουδαίος («εξ οίκου Δαβίδ»/Ιούδα) δεν μπορούσε να μνηστευθεί εθνική γυναίκα, άρα και ελληνίδα

στ) Αν δεν ήταν εβραία, δεν θα μπορούσε ποτέ να πει το «Ιδού, η δούλη Κυρίου», δηλαδή του Γιαχβέ. 

ζ) Ο ύμνος της Μαρίας στο Λουκ. Ι, 46επ. (τα Μεγαλυνάρια) πηγάζει από την Παλαιά Διαθήκη, που γνώριζε και διάβαζε η Μαρία. 

η) Ως πιστή εβραία η Μαρία «καθαρίζεται» στον Ναό των Ιεροσολύμων (Λουκ., 2,22επ.). 

θ) Το ίδιο επιβεβαιώνουν και οι επισκέψεις της Μαρίας στον Ναό, στα Ιεροσόλυμα, για τον εορτασμό του (εβραϊκού) Πάσχα. Τον δωδεκαετή Ιησού αναζήτησε στον Ναό (Λουκ. 2,40 επ.). 

ι) Παρευρίσκεται στον γάμο της Κανά, σε περιβάλλον συγγενών της ή γνωστών, αλλά ομοπίστων της.
ια) Εβραϊκό είναι και το όνομα Ναζαρέτ. Οι εβραίοι ήσαν μειοψηφία στην Γαλιλαία, αλλά συμπαγής και δυναμική. Ο «ζηλωτισμός» τους (κατά των εθνικών) από εκεί ξεκίνησε. Ο Ιωσήφ και η Μαρία ήσαν εσωτερικοί μετανάστες στην Γαλιλαία, η προέλευσή τους όμως ήταν από την Ιουδαία. Πήγαν στην Γαλιλαία, διότι εκεί υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα ευρέσεως εργασίας. 

ιβ) Σημαντικό μάλιστα είναι, ότι η ραββινική φιλολογία (το Ταλμούδ), που εξέμεσε τις μεγαλύτερες ύβρεις κατά της Παναγίας και του Ιησού Χριστού, δέχεται την Μαρία ως εβραία

Ιγ) Αλλά και το Κοράνιο δέχεται την Μαρία εβραία. Ουδείς στους αρχαίους αιώνες διανοήθηκε ποτέ, ότι η Μαρία δεν ήταν εβραία, αλλά άλλης καταγωγής, εν προκειμένω ελληνικής. Απουσιάζει τελείως κάθε (σοβαρή και αξιόπιστη) σχετική μαρτυρία. 

2. Ο εθνοφυλετισμός δεν έχει θέση στην Πίστη μας. Η σωτηρία (δυνατότητα ενώσεως του κτιστού με τον Άκτιστο Τριαδικό Θεό, εν Χριστώ) είναι υπεράνω καταγωγής, εθνικής ταυτότητας, πολιτισμού, διότι ο Θεός μας «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α΄Τιμ. 2,4). Οι παλαιοδιαθηκικοί Προφήτες έσωσαν, στον λόγο και την βιοτή τους, τον δρόμο (την μέθοδο) προς την σωτηρία, αναμένοντας την σάρκωση-ενανθρώπιση του Μεσσία και ζώντας την άσαρκη επί γης παρουσία του. Σ’ αυτή την παράδοση ανήκαν η Μαρία, ο Ιωσήφ, ο Πρόδρομος, οι Απόστολοι και όσοι άλλοι εκ των Ιουδαίων δέχθηκαν τον Χριστό ως τον αναμενόμενο Μεσσία. Σ’ αυτή την παράδοση χωράει όλος ο κόσμος. Ο Χριστός γεννήθηκε εκεί, όπου όχι μόνο η προσδοκία του ήταν ισχυρότερη και διαρκής, αλλά και εκεί όπου η σχέση του με τους Δικαίους δεν διακόπηκε ποτέ, δηλαδή στα όρια του εβραϊσμού. Βέβαια και στον εθνικό κόσμο υπήρξαν πρόσωπα που έζησαν με την «προσδοκία» του Λυτρωτή (πρβλ. Γεν. 49, 10), έχοντας στην καρδιά τους, λόγω της καθαρότητάς της, τον «σπερματικό Λόγο» (άγιος Ιουστίνος, πλατωνικός φιλόσοφος και μάρτυρας της Πίστεως, β΄αι. μ.Χ.). Όλοι αυτοί συμπεριλαμβάνονται στη «Παλαιά Διαθήκη» και όχι μόνον εβραίοι. Άλλωστε, ο οποιοσδήποτε επεκτατισμός και η διάθεση κυριαρχίας δεν ανταποκρίνεται στο γνήσιο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά συνδέεται με την διαστροφή του αυθεντικού εβραϊσμού, που γέννησε τον «σιωνισμό», ως ιουδαϊκό ιμπεριαλισμό, στη εποχή του Χριστού κυρίως (Φαρισαϊσμός). Ο Αβραάμ στάλθηκε από τα βάθη της Μέσης Ανατολής προς τα παράλια, για την εξάπλωση της αληθινής πίστεως, της μονοθεϊας, και την πρόσκληση όλων των λαών στην αληθινή σχέση με τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Θεός δεν τον στέλνει εκεί ως κατακτητή και κυρίαρχο, αλλά του λέγει: «Εν σοι ενευλογηθήσονται πάσαι αι φυλαί της γης». Ως φωτιστή του κόσμου δηλαδή στην αληθινή πίστη (Γεν. 12,3). 

Η στενή ιουδαϊκή (φαρισαϊκή) εθνικιστική παράδοση, που επιβίωσε ως σήμερα, δυστυχώς, δεν έχει σχέση με την προφητική, που στην ιστορία της «θείας οικονομίας» (της ανάπτυξης του σχεδίου του Θεού για την σωτηρία) είναι χριστιανική. Σ’ αυτήν, την προφητική παράδοση, θεμελιώνεται και η σχέση χριστιανισμού-εβραϊσμού. Η Π. Διαθήκη προσεγγίζεται και κατανοείται μόνο μέσα από την Καινή. Όπως είπε ο ι. Αυγουστίνος (4-5ος αι.): «Η Καινή Διαθήκη κρύπτεται στη Παλαιά και η Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται στην Καινή». Γι’ αυτό οι Προφήτες της Π. Διαθήκης καταδικάζουν, ελέγχουν και απορρίπτουν κάθε αντιπνευματική τάση στον Ιουδαϊσμό («ψευδής» ιουδαϊσμός). Αυτό κάνει και ο Χριστός στη φοβερή κριτική του απέναντι στον αντιπροφητικό ιουδαϊσμό (κυρίως στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο) και οι Απόστολοι (Στέφανος, Παύλος κ.λπ.). 

3. Πρέπει, εξ άλλου, να κατανοηθεί από τους καλοπροαίρετους νεοπαγανιστές, ότι κάθε προσπάθεια να κλεισθεί και περιορισθεί ο Χριστός σε ένα έθνος, πρώτα παραβλέπει την «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», την υπερφυσική, δηλαδή, σύλληψή του και υποτιμά ή και αρνείται την θεότητά του. Ο Χριστός ως «Σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄Τιμ. 4, 10), δεν κλείνεται σε ένα Έθνος, διότι ανήκει σ’ όλο τον κόσμο, προσφέροντας σε κάθε άνθρωπο την δυνατότητα σωτηρίας. Και όπως ασχολίαστα χρησιμοποιούμε την πενικιλίνη, χωρίς να ενοχλούμεθα από την (σκωτσέζικη) καταγωγή του εφευρέτου της (Αλ. Φλέμιγκ), κατ’ ανάλογο τρόπο δεν ενοχλούμεθα από την εβραϊκή καταγωγή του Χριστού, ως ανθρώπου. Όπως ελέχθη, μόνο στην εβραϊκή κοινωνία μπορούσε να γεννηθεί σαρκούμενος ο Μεσσίας, εκεί όπου και αναμενόταν και οι πιστοί στην μεσσιανική παράδοση (προφήτες) ετοιμάζονταν, με την πνευματική ζωή τους για την υποδοχή του. 

Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι μία συκοφαντία του εβραϊκού Ταλμούδ (= συναγωγή ερμηνειών ραββίνων του ιουδαϊσμού με έντονο αντιχριστιανικό και ρατσιστικό χαρακτήρα΄ οι μη εβραίοι/ιουδαίοι αποκαλούνται σ’ αυτό γκοϊμ, δηλαδή κτήνη), που την αντέγραψαν και άλλοι αντιχριστιανοί συγγραφείς, θεωρούν τον Ιησού νόθο, που δήθεν συνέλαβε η νεαρή Μαρία από τον στρατιώτη Πανθήρα. Και οι μεν ιουδαίοι χρησιμοποιούν το «επιχείρημα» αυτό, για να αρνηθούν την εβραϊκή καταγωγή του Ιησού. Οι νεοπαγανιστές μας όμως συχνά καταφεύγουν στο ίδιο «επιχείρημα», ή για να υποτιμήσουν τον Χριστό ή για να επιβάλουν την (δήθεν) ελληνική καταγωγή του. 

Το ερώτημα όμως είναι: Είναι ανάγκη να καταφεύγει ο Ελληνισμός στην πλαστογράφηση της ιστορίας, για να προσθέσει κάτι στο κύρος του; Η ιδιοποίηση του Χριστού εθνικά δεν προσθέτει τίποτε στον Ελληνισμό. Αρκεί σ’ αυτόν ότι δοξάσθηκε από τον Χριστό, ως φορέας και ο πιστότερος απόστολος του ευαγγελίου του, με την ελληνική γλώσσα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη εν Χριστώ δόξα του Ελληνισμού στην ιστορία, διότι μέσω αυτής ο Ελληνισμός υπερβαίνει την ιστορία, ως η ανθρώπινη φύση στην θεανθρώπινη ένωση της Ορθοδοξίας, με αιώνια κεφαλή Θεό και Σωτήρα τον Ιησού Χριστό. 



Αναδημοσίευση από: ΡΕΣΑΛΤΟ-τεύχος 40
Πηγή: https://www.impantokratoros.gr

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

«Και μια σελίδα την ημέρα να διαβάζεις είναι αρκετό, αρκεί να γίνεται με πίστη» (Γερόντισσα Λαμπρινή Βέτσιου)

«Και μια σελίδα την ημέρα να διαβάζεις είναι αρκετό, αρκεί να γίνεται με πίστη» (Γερόντισσα Λαμπρινή Βέτσιου)

Αποτέλεσμα εικόνας για λαμπρινη αρτα-Η ασκήτρια Λαμπρινή από τήν Άρτα και οι φοβερές νηστείες-

…Σ’ όλη την ζωή της είχε μονοφαγία και ξηροφαγία. Έτρωγε συνήθως ψωμί και ελιές. Στο τριήμερο (της τεσσαρακοστής) δεν έτρωγε και δεν έπινε τίποτε. Κοινωνούσε την καθαρά Τετάρτη και μετά συνέχιζε την τελεία νηστεία…
Τις ημέρες πού δεν έτρωγε τίποτε έπινε γύρω στις 3 μ.μ. ένα κουταλάκι ζεστό νερό. Το συνηθισμένο φαγητό της ήταν μια πατάτα βρασμένη με ξύδι. Τα παιδιά της την πίεζαν να φάει, αλλά αρνιόταν και απαντούσε: «Μη στενοχωριέστε, δεν θα πεθάνω από τη νηστεία, η προσευχή είναι η τροφή μου. Το σώμα θα το περιποιηθώ γιατί είναι η κατοικία της ψυχής μου.Όταν έρθει η ώρα θα φάω. Μην ανησυχείτε».
Της έκανε το πρωί η κόρη της καφέ και το απόγευμα πού πήγαινε να πάρει το φλυντζάνι ήταν απείραχτο. Το Πάσχα πού κάθονταν όλοι μαζί να φάνε, η Λαμπρινή μιλούσε για τον Θεό και μετά από πίεση έτρωγε μια κουταλιά γιαούρτι η μια πιρουνιά σαλάτα. έλεγε:
«Σήμερα είναι η μεγαλύτερη γιορτή. Σήμερα αναστήθηκε ο Χριστός. Αν ερχόταν ένα πεθαμένο παιδί μου εγώ θα έτρωγα; Θα στόλιζα το σπίτι μου να το υποδεχθώ».
Την τελευταία εικοσαετία της ζωής της έτρωγε μόνο ψωμί, νερό και ξύδι.
Κάποτε θα πήγαινε στην Αθήνα για μια εβδομάδα, διότι θα έκανε εγχείρηση ο αδελφός της. Μια γνωστή της έψηνε ψωμί από καλαμπόκι και της έδωσε μια φέτα. Το δέχθηκε με μεγάλη χαρά γιατί ήξερε ότι η γυναίκα αυτή χάραξε τον σταυρό πάνω στο ψωμί. Όταν γύρισε από την Αθήνα ευχαρίστησε την γυναίκα πού της έδωσε το ψωμί, και της εκμυστηρεύτηκε ότι αυτό το ψωμάκι ήταν η τροφή της για όλη την εβδομάδα πού πέρασε στην Αθήνα. Έτρωγα λίγο κάθε μέρα και ερχόταν ο Κύριος και μου το αυγάταινε (αύξανε)».
Πριν την κοίμηση της για ένα διάστημα αρκείτο μόνο σ’ ένα κουταλάκι αγίασμα, στο αντίδωρο και φυσικά στην θεία Κοινωνία. Σε κάποιον που την ρώτησε τι είχε φάει, απάντησε ότι έφαγε μόνο αντίδωρο πού είχε κρατήσει από την θεία Λειτουργία ότι μ’ αυτό ήταν χορτασμένη και θα την κρατήσει για κ’ ανά – δυό μέρες ακόμη.
Αφού πάντρεψε τα παιδιά της, από την ηλικία των 45 ετών σταμάτησε τις αγροτικές εργασίες και αφοσιώθηκε στην άσκηση και στην προσευχή. η ζωή της πλέον ήταν μια συνεχής προσευχή στο σπίτι και στην Εκκλησία, όπου τακτικά πήγαινε και κοινωνούσε συχνά…
Το καθημερινό τυπικό της ήταν περίπου το εξής:
Κοιμόταν μέχρι δύο ώρες το ημερονύκτιο από τις 3 μέχρι τις 4.30 τη νύχτα. Έκανε κομποσχοίνι γονατιστή και μεγάλες μετάνοιες. Έκανε όλες τις ακολουθίες κάθε ήμερα. Το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο τα διάβαζε με το αμυδρό φως από το καντήλι και με ένα κεράκι. Μελετούσε πολύ την Αγία Γραφή και πατερικά βιβλία. Την ημέρα, διάβαζε, έκανε την ακολουθία των Ωρών και προσευχή. Σε όσους την θαύμαζαν πού μπορούσε και αφιέρωνε την ήμερα της στο διάβασμα έλεγε πώς χρόνος υπάρχει για όλους.
Και μια σελίδα την ημέρα να διαβάζεις είναι αρκετό, αρκεί να γίνεται με πίστη.

Όλα αυτά τα έκανε με ευλογία από τον πνευματικό της π. Μητροφάνη, ο οποίος της είχε δώσει τον κανόνα της προσευχής. Την Μ. Σαρακοστή, έκανε το Μεγάλο Απόδειπνο και όταν κάποιος την διέκοπτε δεν το συνέχιζε, αλλά το άρχιζε πάλι από την αρχή…
Όταν γινόταν αγρυπνία σε κάποια Εκκλησία ήταν πάντα πρώτη. Συνήθως την ακολουθούσαν και γυναίκες από τα γύρω χωριά. Πολλές νύχτες συγκέντρωνε τις γυναίκες στο σπίτι της και έκαναν ομαδική προσευχή.
Από την ηλικία των 30 ετών έραψε ένα τρίχινο σάκκο και τον φορούσε κατάσαρκα σ’ όλη την ζωή της, για άσκηση και κακοπάθεια. Κανείς δεν το ήξερε. Για 54 χρόνια τον φορούσε και ποτέ δεν τον έπλυνε. Πριν από την κοίμηση της άφησε εντολή στην κόρη της να μην τον πλύνει ποτέ. Όσοι τον είδαν μαρτυρούν ότι φαίνεται σαν να βγήκε από πλυντήριο και μοσχοβολά (ευωδιάζει).
Παρ’ όλο που ζούσε μέσα στον κόσμο, ο πόθος της για τον Μοναχισμό και την Εκκλησία την έκαναν να μετατρέψει το δωμάτιό της σ’ ένα μοναχικό κελλί. Ό,τι χαρτάκι εύρισκε πού είχε φωτογραφία κάποιου αγίου το κολλούσε στον τοίχο, δημιουργώντας μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα.
Δεν αγαπούσε τα χρήματα, ήταν ανάργυρη. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να μπορεί να κάνει ελεημοσύνες και να βοηθά τον κόσμο. Όλη την σύνταξη της την μοίραζε σε ελεημοσύνες.
Όταν τα παιδιά της, επίσης της έδιναν χρήματα, τα διέθετε και αυτά για να βοηθά φτωχούς. Έλεγε στα παιδιά της: «Τα χρήματα αυτά που δίνω, δεν είναι δικά μου. Πιάνονται (λογίζονται) σε σας, γιατί δικά σας είναι».
Απέφευγε μάλιστα να πιάνει με τα χέρια της τα χρήματα, αλλά με μια χαρτοπετσέτα ή με ένα κομμάτι ύφασμα. Και όταν πήγαινε να ψωνίσει άνοιγε το πορτοφόλι ή την χαρτοπετσέτα και έπαιρνε ο μπακάλης μόνος του. Από το σπίτι της έβγαινε τη νύχτα κρυφά, να μην την βλέπουν, και πήγαινε σε φτωχά σπίτια, άφηνε έξω από την πόρτα ό,τι είχε και έφευγε.
Στον φούρναρη είχε δώσει παραγγελία να εφοδιάζει με ψωμί μια φτωχή οικογένεια, χωρίς να μάθει κανείς τίποτε. Το είπε στην κόρη της μόνο πριν κοιμηθεί, και της άφησε παρακαταθήκη να συνεχίσει την ελεημοσύνη. Η Λαμπρινή συμβούλευε:
«Μεγάλη ευλογία έχει ο άνθρωπος που κάνει ελεημοσύνη. Όταν κάνετε ελεημοσύνη δεν θα δίνετε αυτό που είναι για πέταμα, αλλά θα δίνετε για τον ξένο και τον φτωχό το καλύτερο. Οι γονείς να μην στενοχωρούνται που δεν έχουν ν’ αφήσουν περιουσία στα παιδιά τους, αλλά να φροντίζουν για την κατά Θεόν πρόοδό τους και τα υπόλοιπα θα τα τακτοποιήσει ο Θεός».
Επισκεπτόταν αρρώστους χωρίς φόβο να κωλύσει κάτι, αφού πολλές φορές κοινωνούσε πρώτα ο άρρωστος (ετοιμοθάνατος) κα! αμέσως εκείνη, γιατί δεν φοβόταν τον θάνατο, αντίθετα θεωρούσε πώς θα την έφερνε πιο κοντά στον Θεό.
Κάποτε πήγε να προσκυνήσει τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα με ένα παιδάκι που το είχε βαφτίσει, χωρίς να έχει μαζί της χρήματα. Όμως με την βοήθεια του Θεού πήγαν και γύρισαν, χωρίς να τους ζητήσουν χρήματα ούτε στο λεωφορείο ούτε στο καράβι.
Η γιαγιά Λαμπρινή αγαπούσε τον Χριστό, αγωνιζόταν περισσότερο από μοναχή, προσευχόταν συνέχεια και μετέδιδε την θεία Χάρη. Πολλοί πήγαιναν να την δουν, να την συμβουλευθούν και να ζητήσουν την προσευχή της.
Ολόκληρα λεωφορεία σταματούσαν στο φτωχικό της. Δεχόταν όλους τους ανθρώπους αδιαμαρτύρητα, πολλές φορές χωρίς ούτε μια διακοπή στην διάρκεια της ημέρας.
Οι επισκέψεις στο σπίτι της ήταν καθημερινές. Δεν υπήρχε ωράριο. Ο καθένας ερχόταν οπότε ήθελε και έφευγε όταν ήθελε. Δεχόταν τους πάντες αγόγγυστα. Όταν ήταν μόνη της διάβαζε ή προσευχόταν. Για να ξεμουδιάσει έβγαινε και έκανε περίπατο, όχι στο χωριό, αλλά στον κήπο με τις πορτοκαλιές και έλεγε την ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με).
Ο λόγος της ήταν πάντα για την υπομονή. Έλεγε: «Εμείς Οι χριστιανοί θα περάσουμε εδώ μεγάλες δοκιμασίες, ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένεια μας. Θα πρέπει να δείχνουμε υπομονή, αγάπη, και να κάνουμε ελεημοσύνες». Σε όσους είχαν οικογενειακά προβλήματα τους παρακαλούσε να μη διαλύσουν την οικογένεια τους. «Ο πειρασμός σας βάζει», έλεγε.
Σε νέους πού την επισκέπτονταν συμβούλευε: «Αποφάσισες να παντρευτείς; Θα κάνεις υπομονή και όχι μία, αλλά πολλές. Να εκκλησιάζεστε τακτικά, να εξομολογείστε, να κοινωνάτε και να προσεύχεσθε. Όταν κάνετε αυτά, θα πάτε κοντά στον Χριστό να χαίρεστε για πάντα».
Αν και δεν είχε σπουδάσει, όμως διάβαζε πολλά πνευματικά βιβλία, τα κατανοούσε και τα εξηγούσε.
Άνθρωποι εγγράμματοι – ακόμη και καθηγητές Πανεπιστημίου – πήγαιναν να ακούσουν την γιαγιά Λαμπρινή. Την είχαν σε ιδιαίτερη ευλάβεια γιατί η ζωή της ήταν τελείως δοσμένη στον Χριστό, αλλά και γιατί έβλεπαν να ενεργεί η θεία Χάρη μέσω αυτής θαυμαστά έργα.
Αρπαζόταν πολλές φορές ο νους της και έβλεπε τα αθέατα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος, η προσευχή της εισακούετο, γνώριζε τα κρύφια των ανθρώπων, και προέβλεπε γεγονότα του μέλλοντος…
Από το βιβλίο: «Ασκητές μέσα στον κόσμο», η 19η διήγηση
https://simeiakairwn.wordpress.com

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η Αγία Παρθενομάρτυς Ιφιγένεια του Πόντου († 16 Νοεμβρίου)

Η Αγία Παρθενομάρτυς Ιφιγένεια του Πόντου († 16 Νοεμβρίου)

Σχετική εικόνα
Η ένδοξος και καλλίνικος μάρτυς του Χριστού Ιφιγένεια, κατήγετο εκ Τοκάτη Πόντου Μικράς Ασίας, εγεννήθη τω σωτήριον έτος 53 μ.Χ. εκ γονέων ειδωλολατρών οίτινες εκ μέσω του Αποστόλου Πρωτοκλήτου Ανδρέα εγνώρισαν την εις Χριστόν τον Ναζωραίον αληθινή πίστην βαπτισθέντες υπ’ αυτού οικογενειακώς. 
Επί του σκληρού διώκτου των Χριστιανών και ειδωλολάτρου βασιλέως Νέρωνος συλλαμβάνονται οι γονείς της Ιφιγένειας και κλείονται εις την φυλακήν.
Μετ’ ου πολύ, ο Διοικητής της περιοχής Τοκάτη Πόντου, αποστέλει στρατιώτας οίτινες συλλαμβάνουν την νεαρά και πανέμορφον κόρην και εράστριαν του Ναζωραίου Χριστού Ιφιγένεια και την οδηγούν ενώπιόν του δια να την ανακρίνει.
Η Ιφιγένεια παρ’ όλο το νεαρόν της ηλικίας της, μόλις 15 ετών, σθεναρώς ομολογεί ενώπιον του σκληρού ειδωλολάτρου και Διοικητού Μάρκου, την εις Χριστόν πίστη της και με μεγίστη δύναμην βροντοφωνεί ότι τυγχάνει φλογερή εράστρια του Νυμφίου Χριστού και ότι για το Άγιον όνομά Του είναι έτοιμη να δώσει ακόμη και αυτή την ζωήν της.
Οσάκις την προσεπάθησεν με λόγους κολακευτικούς και υποσχέσεις να μεταπείσει την Ιφιγένεια να αρνηθεί τον Χριστόν· ιδών δε το σθεναρόν του χαρακτήρος της, δίδει σκληράς εντολάς εις τους στρατιώτας του να βασανίσουν την πάγκαλον ταύτην κόρη.
Οι στρατιώται λαμβάνουν λεπτά σίδερα αιχμηρά και τα τοποθετούν εις τους όνυχας της μάρτυρος εκ των οποίων το αίμα έρρεεν ποταμηδόν· εν συνεχεία αφού την γύμνωσαν κατέκοψαν τους μαστούς και το σώμα της δια μαχαιρών και κατόπιν τέσσερις στρατιώτες την κρατούν από τους πόδας και τας χείρας και της εξαρθρώνουν τα μέλη της. Η αγία από τους φρικτούς πόνους χάνει τας αισθήσεις της και λιποθυμά.
Ο Διοικητής λυπάται δι’ αυτό που έπραξε αλλά είναι υποχρεωμένος να την θανατώσει, εκτελώντας το βασιλικό διάταγμα.
Μετανοεί δι’ όσα έπραξε εις το μαρτυρικό σώμα της και το πλησιάζει με σεβασμό· ζητά να τον συγχωρήσει· η αγία ακούσασα τους λόγους του ανοίγει δι’ ολίγον τους οφθαλμούς της και μηδιά ψιθυρίζοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τον δούλον Σου» και πάλιν μειδιάσασα προσθέτει: «Πιστεύω εις την εκ νεκρών ανάστασιν» και παραδίδει με τους λόγους αυτούς την αγίαν και πάγκαλον ψυχήν της εις χείρας του Νυμφίου Χριστού την 16η  Νοεμβρίου του σωτηρίου έτους 68 μ.Χ. εις ηλικίαν 15 ετών.
Ο Διοικητής φέρνει εκ της εξορίας τους γονείς της εις τους οποίους ανακοινώνει τα όσα έλαβαν χώραν· και οι γονείς της με υπερηφάνεια και ενθουσιασμόν μανθάνουν τα της θυγατρός των και ευλογούν τον Θεόν.
Εν συνεχεία μεταβαίνουν εις τον τόπον όπου έκειτο η λάρνακα με το μυρωμένο και μαρτυρικό σώμα της και ησπάζοντο τούτο χαίροντες, αινούντες και ευλογούντες τον Σωτήρα Χριστόν.
Ο Διοικητής ζων τας αγίας και συγκινητικάς ταύτας στιγμάς με μία ισχυράν κραυγή ομολογεί την εις Χριστόν πίστην του και ομού μετά των γονέων της αγίας εργάζονται διά την εξάπλωσιν του χριστιανισμού εις τα μέρη του Πόντου.
Ούτος υπήρξε ο βίος της μάρτυρος Ιφιγένειας της Ποντίας, ης ταις πρεσβείες Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Έγραφον εν τω κελλίω μου την την 31ην Αυγούστου
του σωτηρίου έτους 1995, εορτήν της Τιμίας Ζώνης
της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος
Ηγούμενος της εν Άνδρω
Ι. Μονής του Αγίου Νικολάου εις τας Ώρας.
πηγή: diakonima
https://simeiakairwn.wordpress.com

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: Προθανάτεια ομολογία του Μητροπολίτου Μάνης κυρού Χρυσοστόμου

Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: Προθανάτεια ομολογία του Μητροπολίτου Μάνης κυρού Χρυσοστόμου

Προθανάτεια ὁμολογία τοῦ Μητροπολίτου Μάνης κυροῦ Χρυσοστόμου
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Τήν 8η Νοεμβρίου, ἑορτή τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μιχαήλ καί Γαβριήλ καί ὅλων τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων ἀσωμάτων, κοιμήθηκε ὁ Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη Μητροπολίτης ἐπί Ἀρχιεπισκοπείας Σεραφείμ καί μάλιστα ἦταν ἡ τελευταία ἐκλογή τοῦ μακαριστοῦ ἐκείνου Ἀρχιεπισκόπου.
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Κορακίτης, πρίν γίνει Μητροπολίτης, ἦταν γνωστός σέ ὅλους μας, διότι ἐφημέρευε στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Εἰρήνης ὁδοῦ Αἰόλου, πού ΄ἦταν ὁ πρῶτος Μητροπολιτικός Ναός τῶν Ἀθηνῶν, καί ὑπηρετοῦσε ὡς Γραμματεύς στά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζαμε ὅλοι τήν εὐλάβειά του, τό ταπεινό του φρόνημα, τήν εὐγένεια τοῦ χαρακτήρα του, τόν ἀρχοντικό τρόπο ἐκφράσεώς του, ἀλλά καί τόν ἐκπληκτικό τρόπο μέ τόν ὁποῖον χειριζόταν τήν ἑλληνική γλώσσα, πού ὁμοίαζε μέ τήν γλώσσα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Προσωπικά ἐκτιμοῦσα τόν τότε Ἀρχιμ. Χρυσόστομο Κορακίτη, ὅταν ὑπηρετοῦσα στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν ὡς Ἱεροκήρυξ καί Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί συνεργαζόμασταν γιά διάφορα ποιμαντικά θέματα τῆς ἁρμοδιότητός μου.

Ὅταν γίναμε καί οἱ δύο Ἀρχιερεῖς, σέ μιά συνοδική περίοδο συμπέσαμε ὡς Συνοδικοί Σύνεδροι καί ἔβλεπα τά χαρίσματά του, καθώς ἐπίσης τόν ὡραῖο τρόπο μέ τόν ὁποῖον διατύπωνε τίς ἀπόψεις του, μέ τήν χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, πού τό ἔκανε ἀνεπιτήδευτα. Στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐπειδή μᾶς χώριζε μόνον ἕνας χρόνος ἐκλογῆς καί χειροτονίας μερικές φορές ἤμασταν πολύ κοντά στά συνοδικά ἕδρανα καί χαιρόμουν τόν τρόπο καί τόν λόγο μέ τόν ὁποῖον σχολίαζε τά θέματα πού συζητούσαμε. Εἶχε βαθειά πίστη καί εὔστοχη κρίση.

Ὡς Μητροπολίτης ἐργάσθηκε ἀθόρυβα στήν μικρή του Μητρόπολη, ἀπέφευγε συστηματικά τίς ἄσκοπες ἐπισκέψεις σέ ἄλλες Μητροπόλεις γιά ἀρχιερατικά Συλλείτουργα, κρατώντας ἔτσι τήν παλαιά παράδοση τῶν Ἱεραρχῶν.

Ἐκεῖνο, ὅμως, πού ἔκανε σέ πολλούς ἐντύπωση ἦταν ὁ τρόπος τῆς κοιμήσεώς του. Ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο αὐτό κατά τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας, τήν ἑορτή τῶν ἁγίων Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ, ἐνῶ ἦταν ἐνδεδυμένος τά ἀρχιερατικά του ἄμφια, κατά τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς, μετά τήν ἐκφώνηση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ «λάβετε φάγετε...», «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...», γονατιστός μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα. Ὅλα αὐτά εἶναι ἄκρως συμβολικά.

Μέ τόν τρόπο αὐτό πέρασε στήν οὐράνια θεία Λειτουργία. Ἀφοῦ ἡ θεία Λειτουργία πού τελοῦσε στούς Ναούς ἦταν ἰδιαίτερος τρόπος ζωῆς του, σέ αὐτήν τήν στάση ἡ ψυχή του πέρασε στόν ἄλλο τρόπο ζωῆς, πρός τό οὐράνιο Συλλείτουργο. Εἶδα πολλές φορές τήν συγκεκριμένη στιγμή πού γονάτισε μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα καί αἰσθάνθηκα βαθειά συγκίνηση.

Τό πλέον ἐντυπωσιακό ἦταν ὅτι πρίν κοιμηθῆ ἔδωσε τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του. Εἶπε μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο τῆς φωνῆς του καί στεντορείᾳ τῇ φωνῇ τό «Σύμβολον τῆς Πίστεως» «Πιστεύω εἰς ἕναν Θεόν...», πού εἶναι ἀπόφαση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Α' καί Β', τονίζοντας μερικές χαρακτηριστικές φράσεις του.

Στήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο, ὅπως γίνεται καί σέ κάθε χειροτονία Ἐπισκόπου, ἔδωσε τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, καί ἀνέγνωσε τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως». Αὐτό εἶναι τεκμήριο ὀρθοδοξίας κάθε Ἐπισκόπου καί διαβεβαιώσεως ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ ὅτι θά ποιμάνη τό ποίμνιό του μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική. Ὁ μακαριστός Ἱεράρχης Χρυσόστομος ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά κάνη τό ἴδιο καί κατά τήν τελευταία θεία Λειτουργία τῆς ζωῆς του καί ἀμέσως μετά τήν ὁμολογία αὐτή «πέταξε» ἡ ψυχή του στόν οὐρανό. Ἄρχισε τήν ἀρχιερατική διακονία του μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί τήν περάτωσε μέ αὐτήν. Τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας του τέλεσε γιά πρώτη φορά τήν θεία Λειτουργία καί ἐκοιμήθη κατά τήν ὥρα τῆς τελευταίας Λειτουργίας του.

Μέ τόν τρόπο αὐτό ἔδειξε ὅτι τήρησε ὅσα ὑποσχέθηκε κατά τήν χειροτονία του, δέν «ἔπαιζε» μέ τά ἱερά καί ὅσια τῆς Ἀρχιερωσύνης. Γιατί δέν χειροτονεῖται ὁ Ἐπίσκοπος - Ἀρχιερέας γιά νά εἶναι ἕνα θρησκευτικό σύμβολο, οὔτε γιά νά συμβάλη μέ τούς πολιτικούς ἄρχοντες στήν διατήρηση τῆς ἑνότητας τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, οὔτε βέβαια γιά νά ὑπηρετήση κοινωνικά καί πολιτιστικά τήν κοινωνία, ἀλλά γιά νά ὁμολογῆ τήν πίστη του στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, τό μυστήριο τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καί τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Τό ἀκόμη πιό ἐκπληκτικό ἦταν ὅτι ἐνῶ συνήθιζε νά ὁμιλῆ κατά τήν διάρκεια τοῦ «κοινωνικοῦ», ἐκείνη τήν ἡμέρα, κατά ἰδιαίτερο τρόπο, θέλησε πρίν τήν ἐκφώνηση τοῦ «Πιστεύω» νά διατρανώση τήν θεολογική καί ἐκκλησιαστική ὁμολογία του γιά νά τήν ἀφήση, χωρίς βέβαια νά τό γνωρίζη, ὡς παρακαταθήκη στό ποίμνιό του, σέ μᾶς τούς Ἐπισκόπους, τούς Κληρικούς καί σέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶπε τά ἑξῆς: 
«Ἐπειδή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τούτους τούς καιρούς πολλά παράδοξα καί περίεργα παρουσιάζονται ἀπό τήν new age, τήν νέαν τάξιν πραγμάτων, τήν παγκοσμιοποίησιν, ὅπως βλέπετε ὁδεύομεν –καί σχετικά συνέδρια ἔχουν γίνει– καί πρός τήν πανθρησκείαν. Προσπαθοῦν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους καί τίς θρησκεῖες νά τίς κάνουν ἕναν ἀχταρμά, ἕνα κουρκούτι, μιά ρώσικη σαλάτα, πῶς νά τό πῆ κανείς;

Ἀλλά ποιός τούς ἔχει πεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Χριστιανισμός εἶναι θρησκεία; Καί ἐμεῖς πού τό λέμε καμμιά φορά, «ἡ θρησκεία μου», κάνουμε λάθος. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε θρησκεία, τίς θρησκεῖες τίς φτιάχνουν οἱ ἄνθρωποι: ὁ Μωάμεθ, ὁ Βούδας, ὁ Ζωροάστρης, ὁ Ζαρατούστρας, ὁ Κομφούκιος, ὁ Σαλαμούστρας καί δέν ξέρω ποιός. Ἐμᾶς εἶναι ἡ ἐξ ἀποκαλύψεως διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς καί μᾶς ἀπεκάλυψε τήν ἀλήθεια περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Οὔτε κἄν μέ τίς ἄλλες δύο μονοθεϊστικές, πού τίς λένε, θρησκεῖες, τόν Ἰουδαϊσμόν καί τόν Μουσουλμανισμόν, δέν συγγενεύομεν, διότι αὐτοί δέν παραδέχονται τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ οὔτε τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἰδικός μας Θεός, λοιπόν, εἶναι Τριαδικός, ὁ Θεός Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα. Ἄρα ὑπάρχει διαφορά. Ὡσαύτως καί ὁ Μουσουλμανισμός τό ἴδιο κάθε ἄλλο, παρά παραδέχεται τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συνεπῶς διαφέρει ἡ ἰδική μας πίστις.

Θά παρακαλέσω, λοιπόν, τό κάνουμε σέ ὅλους τούς ναούς, ἐδῶ εἰς τήν Μάνην μας, ἡ ὁποία πάντοτε βροντοφωνοῦσε τήν ἀλήθειαν. Αὐτό βλέπω πάλι σήμερα διά πολλοστήν φοράν καί αὐτός ὁ Ναός ἐδῶ τῆς Ἀρεοπόλεως ἔχει μίαν ἰδιαιτέραν μυστικοπάθειαν καί χάριν, ἴσως γιά ὅλα αὐτά τά φοβερά τά ὁποῖα τελεσιουργήθηκαν. Πού ἀπό δῶ, ὅπως ξέρετε οἱ πατέρες μας –καί προχθές ὁ Δήμαρχός μας ἦταν εἰς τήν Κρήτην– καί ἐκεῖ ὑπάρχουν λείψανα καί κόκκαλα Μανιατῶν, γιατί δέν ἔλειψαν ἀπό κανένα πόλεμον, ὁ ὁποῖος διεξήχθη καθ’ ἅπασαν τήν Ἑλλάδα, ἔτρεχαν πρῶτοι νά δώσουν τό «παρών» καί ἐνεψύχωναν καί τούς ἄλλους. Σήμερα μοῦ τά διηγεῖτο ὁ κ. Κυριάκος ὁ ἱεροψάλτης πού εἶχε πάει μαζί ἀκολουθώντας καί μοῦ ἔλεγε ἐκεῖ καί μέ πῆραν τά δάκρυα ἀπό αὐτά πού μοῦ ἐδιηγεῖτο, ὅτι σώζονται τά λείψανα τῶν πολεμιστῶν μας. Γι’ αὐτό αὐτός ὁ ναός ἔχει μίαν ἰδιαιτέραν χάριν, διότι ἐδῶ ἦρθαν καί κάνανε τήν δοξολογία καί ἀπό ἐδῶ ξεκίνησαν καί τόν κάναν τόν Ἰμπραήμ κι ἀκόμα τρέχει καί ἀπό κεῖ πού βρίσκεται, ὅπου καί νά βρίσκεται.

Λοιπόν, θέλω καί τό ἔχω εἰσαγάγει καί τό λέμε ὅλοι καί τό βροντοφωνοῦμε, ὅλοι μαζί τό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας: "Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν..."».

Δέν χρειάζεται ἰδιαίτερος κόπος γιά νά ἀποκωδικοποιήση κανείς τά ἰδιαίτερα σημεῖα τῶν σκέψεών του.

Ἀπό τά λόγια αὐτά φαίνεται ὅτι ὁ μακαριστός Ἱεράρχης ἤθελε νά στιγματίση τό φαινόμενο τῆς παγκοσμιοποίησης στήν θρησκεία, νά καυτηριάση τήν «πανθρησκεία», ἀλλά καί νά κρίνη τήν προσπάθεια ἀποδυνάμωσης τῶν παραδόσεων τοῦ γένους μας. Ἐπί πλέον ἤθελε νά ὁμολογήση τήν πίστη του στόν Τριαδικό Θεό, στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, στήν Ἐκκλησία πού εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως καταγράφεται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τήν μέλλουσα ζωή.

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἐνέταξε καί τήν ἀναφορά του στούς ἀγῶνες τῶν Ὀρθοδόξων Μανιατῶν. Γι' αὐτό προέτρεψε νά «βροντοφωνάξουν» ὅλοι μαζί στόν ἱστορικό ἐκεῖνο Ναό τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως».

Προφανῶς στόν νοῦ του ἐκείνη τήν ὥρα, ἐπειδή ἦταν ὄντως παραδοσιακός Ἱεράρχης, ὑπῆρχαν οἱ ἐνέργειες Κληρικῶν καί Θεολόγων πού ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά ὑποβιβάζεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό ἐπίπεδο μιᾶς θρησκείας ἤ στό ἐπίπεδο μιᾶς Χριστιανικῆς Ὁμολογίας, κατά ἕνα συγκρητιστικό τρόπο, μέσα ἀπό τήν προοπτική τοῦ σχετικισμοῦ.

Ὁ λόγος του αὐτός ἀσφαλῶς ἦταν μιά ἀντίδραση στίς προσπάθειες «τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους», κατά τόν λόγο του, νά ἀποδυναμώσουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζονται μέ «σχετικά συνέδρια», μέ τήν πορεία «πρός τήν Πανθρησκείαν», ἀφοῦ ὅλες «τίς θρησκεῖες τίς κάνουν ἕναν ἀχταρμᾶ, ἕνα κουρκούτι, μιά ρωσική σαλάτα». Προφανῶς μεταξύ τῶν ἄλλων εἶχε ὑπ' ὄψη του καί τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὅπως διδάσκεται ἀπό φέτος στά Σχολεῖα.

Καί ἀφοῦ ἔκανε αὐτήν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὕστερα ἀπό ἐλάχιστα λεπτά κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ, γονατιστός μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα καί παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Χριστό, τόν ὁποῖον ἀγάπησε στήν ζωή του.

Θεωρῶ ὅτι ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του καί τήν κοίμησή του μέσα στόν Ναό, κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας, δίδαξε ὅλους μας, κυρίως ἐμᾶς τούς Ἐπισκόπους, νά δίνουμε μέ σθένος τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας, ὅπως ἔχει καταγραφῆ ἀπό τούς Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, καί ὅπως τήν ὁμολογήσαμε πρό τῆς χειροτονίας μας σέ Ἐπίσκοπο.

Ἐπίσης, ἡ ἀναφορά του στό ὅτι μερικοί –«δυνάμεις τοῦ σκότους»– προσπαθοῦν νά κάνουν τίς θρησκεῖες «ἕνα ἀχταρμά, ἕνα κουρκούτι, μιά ρωσική σαλάτα», πρέπει νά μᾶς προβληματίση σοβαρά γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν πού διδάσκεται στά Σχολεῖα, τό ὁποῖο εἶναι ὄντως ἕνα συγκρητιστικό καί τελικά καί ἀντισυνταγματικό μάθημα. Ἡ Ἱεραρχία θά ἔπρεπε νά παραμείνη στήν πρώτη ἀπόφασή της (Μάρτιο 2016) γιά τό θέμα αὐτό καί νά μή φανῆ ὅτι συμφώνησε μέ ἕνα τέτοιου εἴδους μάθημα Θρησκευτικῶν.

Ὁ μακαριστός Ἱεράρχης μᾶς δίδαξε νά ἀποφεύγουμε τούς βερμπαλισμούς, τίς διπλωματίες σέ θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήματα, καί νά ὁμολογοῦμε αὐτό πού εἶναι ἡ βάση τῆς πίστεώς μας καί περιλαμβάνεται στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», ζώντας ὅμως μέ τό κενωτικό ἦθος στό ὁποῖο μᾶς μυεῖ ἡ θεία Εὐχαριστία.

Τελικά ἐκεῖνο πού μᾶς ἔδειξε εἶναι ὅτι «δέν μποροῦμε νά παίζουμε μέ τήν αἰωνιότητα».

Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ, παραδοσιακοῦ καί ὁμολογητοῦ Μητροπολίτου Μάνης κυροῦ Χρυσοστόμου.
Πηγή: https://www.impantokratoros.gr