Εορτολόγιο

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ο π. ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

Ο π. ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

Ο π. ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ



 
  • Ο π. ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ
  • Ο μοναχός Γερόντιος, κατά κόσμον Γεώργιος Μούτσος, γεννήθηκε το 1908 στον Πύργο της Ηλίας από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του είχε δύο φούρνους μέσα στην πόλη του Πύργου. Από μικρός είχε μεγάλη κλίση προς τον μοναχισμό και ήδη στα 1931 κατάφερε και έφτασε στον πολυπόθητό του Άθωνα. Ως Πελλοπονήσιος πήγε στην Μονή Γρηγορίου (τότε ακόμη υπήρχε ένα είδος τοπικισμού σε πολλές Μονές του Αγίου Όρους). Έγινε μοναχός από τον Καθηγούμενο Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο, άνθρωπο μεγάλης αρετής και φήμης αγίου.
  • Πολλά διδάχτηκε από τον Γέροντά του και τον αξίωσε ο Θεός πολλών πνευματικών εμπειριών, τόσο που, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ο οποίος έζησε μαζί του για ένα χρόνο στον μετόχι Μονοξυλίτη, τον βοήθησε να γράψει το περίφημο βιβλίο του «Μεταξύ ουρανού και γης» εξηγώντας του τις ανώτερες πνευματικές καταστάσεις.... Δυστυχώς το 1939 κόλλησε την δύσκολη ασθένεια της εποχής, φυματίωση. Νοσηλεύτηκε σε Σανατόριο της Αθήνας και το 1941, όταν πια οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ελλάδα, επέστρεψε στην Μονή του διανύοντας την μεγάλη απόσταση Αθήνα-Ουρανούπολη σχεδόν με τα πόδια.
  •  Στη Μονή του όμως συνάντησε σκληρότητα και καχυποψία, φόβο για πιθανή διάδωση της ασθένειάς του και στους άλλους στην Μονή, παρόλο που είχε θεραπευθεί. Έφτασαν στο σημείο να τον χτυπήσουν και να τον διώξουν από το Μοναστήρι με το ζόρι, εκδίδοντας ένα χαρτί που πιστοποιούσε ότι ο μοναχός Γερόντιος «έπασχε τας φρένας». Αυτό το εκμεταλλεύτηκε σε όλη του τη ζωή ο μακάριος και προσποιούνταν τον «σαλό». Γύρισε όλον τον Άθωνα, κελλιά, σκήτες κλπ. Πάντοτε διάλεγε Κελλιά με εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που ήταν ο προστάτης του ήδη από το μοναστήρι του, μια και η Μονή Γρηγορίου τιμάται στην μνήμη του. Πέρασε και από την έρημο του Αγίου Βασιλείου, τη Σκήτη Κουτλουμουσίου, και κατέληξε στο Ιβηρίτικο Κελλί του αγίου Νικολάου στις Καρυές, όπου τον γνωρίσαμε.
  •  Ζούσε πολύ απλά, μέσα στη φύση και στα πλάσματα του Θεού, έχοντας κάνει το σπίτι του καταφύγιο ταλαιπωρημένων ζώων. Κοιμόταν στην ίδια κουβέρτα με ... πλήθος γατάκια και δυο τρεις σκύλους, αχώριστους συντρόφους του. Προτίμησε την συνδιαγωγή με τα ζώα παρά με τους ανθρώπους. Κάποτε που έκανε μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Παναγίας στον ναό του Κελλιού του βγήκε μια οχιά από το τσουβάλι που είχε στρώσει στο πάτωμα και τον τσίμπησε στο χέρι. «Την σκότωσα με το χέρι μου την καϋμένη και περίμενα να με ... πονέσει για να το κόψω να τρέξει αίμα αλλά δεν με πόνεσε και το άφησα»!
  •  Μαγείρευε κάθε δυο-τρεις μέρες για τα ζωάκια του και έτρωγε και ο ίδιος μαζί τους, «για να μην έχω λογισμό, τραβάω το από πάνω που τρώνε τα γατάκια και τρώω το από κάτω» μας έλεγε! Ζύμωνε και ψωμί, με κάτι μπαγιάτικα και σκουλικιασμένα αλεύρια χρόνων πολλών που είχε και κάπως ικανοποιούσε και τη δική του πείνα, αλλά συνήθως περνούσε μόνον με την καθημερινή θεία μετάληψη και το αντίδωρο που έπαιρνε ερχόμενος στις λειτουργίες που κάναμε, καμμιά φορά και κανένα γάλα που μπορεί να έπινε...
  • Παρόλο που ποτέ δεν πλενόταν δεν μύριζε το σώμα του και την στιγμή της θείας μεταλήψεως οι ιερείς που τον μετελάμβαναν διηγούνται για μια ευωδία που έβγαινε από το στόμα του ενώ ένα δάκρυ πάντα κυλούσε από τα μάτια του.....
  •  Εκείνο που τον έκανε να ξεχωρίζει ήταν η εμμονή του στο να πείσει όλους τους ανθρώπους ότι ήταν τρελλός! Εδιηγείτο λοιπόν για τον...λευκό γάμο του με την Πριγκίπισσα Αλίκη, για την διαμάχη του με τον...βασιλιά, όταν τον απείλησε με όπλο ότι θα τον σκοτώσει... Και γινόταν πιστευτός τόσο που, κατά τις γιορτές της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, το 1963, η αστυνομία τον έκλεισε στη φυλακή για αποφυγή τυχόν επεισοδίων με τον Βασιλιά για τα μάτια της ...Πριγκίπισσας!
  •  Πάντοτε χαμογελαστός, με την αχώριστη παρέα του, τα ζώα, έζησε σαν πετεινό του ουρανού χωρίς να στενοχωρήσει κανέναν. Τα τέλη της ζωής του τα πέρασε στη μονή της μετανοίας του, τη Γρηγορίου, αφού ο Καθηγούμενος π. Γεώργιος και οι εκλεκτοί πατέρες της αδελφότητος δέχθηκαν να τον γηροκομήσουν. Το παράδοξο είναι ότι αυτός διώχθηκε για να μην κολλήσει τους υπολοίπους φυματίωση, και όταν επέστρεψε στη Μονή είχαν πεθάνει όλοι, πλην ενός, του μοναχού Ησυχίου, ο οποίος όμως τον είχε υποστηρίξει τότε....
  • Ποτέ δεν ζήτησε τίποτε από τον αδελφό που τον υπηρετούσε. Κάποτε του είπαμε πως δεν τρώει τις φακές, και πράγματι θαύμασε ο αδελφός γιατί σκέφτηκε πως πράγματι δεν έτρωγε όταν του πήγαινε φακές χωρίς όμως ποτέ να ζητήσει κάποιο άλλο φαγητό. Έλεγε ότι στην περίοδο από της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο ως της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου δεχόταν αποκάλυψη για το αν θα ζήσει άλλον ένα χρόνο και κάθε χρόνο τον ρωτούσαμε: «εντάξει για φέτος!» έλεγε. Την τελευταία του χρονιά μόνο γέλασε και δεν είπε τίποτα....καταλάβαμε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του χρονιά, όπως και έγινε. Προγνώρισε το τέλος του και τρεις μέρες πριν, ειδοποίησε τον Ηγούμενο για την επικείμενη αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό, ζήτησε συγνώμη από όλους για τις ...παλαβομάρες που έλεγε και πράγματι, στις 12 Νοεμβρίου 2001 αντήλλαξε την παρούσα ματαιότητα με τα ουράνια αγαθά.
  • Μας έλεγε πάντα χαμογελώντας «όταν ήμουν μικρός μου είπε ο πατέρας μου ότι θα με πάρει σε ένα ταξίδι του να δω την Αθήνα· είχα πολλή χαρά! Ίδια χαρά έχω και τώρα που θα πάω στην άλλη ζωή! Χιλιάδες άγγελοι, καϋμένε!»
  •  Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Ι.Μ. Εσφιγμένου

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ

Η Αγία Σκέπη


Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ

Γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου την εορτή της αγίας Σκέπης. Και για την γιορτή αυτή συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Χρυσόστομος για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, ότι πολλοί γιορτάζουν τις μεγάλες γιορτές, ξέρουν το όνομά τους, δεν ξέρουν όμως το βαθύτερο νόημά τους, ούτε το μήνυμα που θέλει να εξαγγείλει η Εκκλησία μας μέσω των εορτών αυτών. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι, λέγει ο ιερός πατήρ, έρχονται στην Εκκλησία από συνήθεια και όχι από ευσέβεια. Γι’ αυτό ας ασχοληθούμε σήμερα με την υπόθεση της γιορτής καθώς και για το μήνυμά της προς το λαό του Θεού.

Πως καθιερώθηκε η γιορτή της αγίας Σκέπης.

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν εν ταπεινώσει και αφανεία. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι παρθένοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Μα θα μου πείτε, είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που η Παναγία μας προσεύχεται για μας, ώστε η Εκκλησία μας να έχει ιδιαίτερη γιορτή γι’ αυτό το γεγονός; Ναι μάλιστα είναι μεγάλο και σπουδαίο και ζωτικής σημασίας. Λέγει κάπου ο ιερός Χρυσόστομος ότι πάντοτε έχουμε την ανάγκη των προσευχών των άλλων όσο και ενάρετοι και ευσεβείς κι αν είμαστε.

Παράδειγμα χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ο απόστολος Παύλος, αυτός που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού κι άκουσε άρρητα ρήματα, αυτός που ονομάσθηκε στόμα Χριστού, αυτός που είχε «νουν Χριστού», αυτός που «αναπλήρωνε τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στο σώμα του», αυτός λοιπόν ο γίγας της αρετής και της ευσέβειας, πάντα ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Αν και αυτοί που θα προσευχότανε για τον Παύλο δεν ήταν ούτε ανώτεροι του ούτε ισάξιοί του. Μοιάζει το γεγονός σαν ένας στρατιώτης να μιλά στον πρόεδρο της δημοκρατίας για τον στρατηγό. Κι όμως ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε τις προσευχές των χριστιανών, αλλά αντίθετα τους προέτρεψε και τους παρακαλούσε να προσεύχονται για κείνον.

Στην προς Ρωμαίους (15,30) γράφει· «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί μου … συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν». Στους Εφεσίους (6,18-19) συνιστά δέηση περί «πάντων των αγίων» και περί εαυτού. Τους Κολοσσαείς (4,2-3) παροτρύνει «τη προσευχή προσκαρτερείτε … προσευχόμενοι άμα και περί ημών». Τους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ. 5,25 · Β΄ Θεσ. 3,1) παρακαλεί «αδελφοί προσεύχεσθε υπέρ ημών».

Όχι δε μόνο ζητά να προσεύχονται γι’ αυτόν και για τους συνεργάτες του, αλλά και πιστεύει ότι ήδη το κάνουν και στις προσευχές τους οφείλει την υγεία του και τη σωτηρία από μεγάλους κινδύνους (πρβλ. Φιλημ. 22 · Β΄ Κορ. 1,10-11).

Αλλά και ο Πέτρος δεν είπε τι μου χρειάζεται η προσευχή των άλλων αφού είμαι απόστολος, αφού ομολόγησα το θεανθρώπινο του Χριστού, αφού πάνω στην ομολογία μου στηρίχθηκε η Εκκλησία. Έτσι όταν ήταν στη φυλακή από τον Ηρώδη τον Αγρίππα τον Α΄, οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων προσευχόταν γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να τον ελευθερώσει άγγελος Κυρίου κατά θαυμαστόν τρόπο.

Λοιπόν κι αν είσαι Παύλος κι αν είσαι Πέτρος έχεις ανάγκη των προσευχών των άλλων και μάλιστα των αγίων και μάλιστα της Παναγίας. Βέβαια οι αιρετικοί διαφωνούν στο σημείο αυτό και λένε να προσευχόμαστε κατ’ ευθείαν στο Θεό και όχι να επιζητούμε τις δεήσεις των αγίων. Ήδη τα παραδείγματα που αναφέραμε δίδουν την απάντηση, γιατί, αν μας χρειάζονται οι προσευχές των ζώντων και μη τελειωθέντων αδελφών μας, πόσο περισσότερο ωφέλιμες είναι οι προσευχές των αγίων. Ας αναφέρουμε όμως κι ένα χωρίο που είναι χαρακτηριστικό για το πόσο αναγκαία είναι η δέηση των δικαίων ζώντων και τεθνεώτων. Στον Αβιμέλεχ ένα βασιλιά της Αιγύπτου, που είχε υποπέσει σ’ ένα σοβαρό παράπτωμα, ο Θεός του είπε να προσφύγει στον Αβραάμ, που ήταν τότε στην Αίγυπτο, και να ζητήσει την προσευχή του. «Προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση» (Γεν. 20,7).  


Πως είναι ωφέλιμη η προσευχή των αγίων.

Αλλά ενώ η προσευχή έχει τεράστια δύναμη, ενώ είναι αναγκαία όσο ενάρετοι κι αν είμαστε, χρειάζεται μια προϋπόθεση για να καρποφορήσει. Και η προϋπόθεση είναι να προσπαθούμε κι εμείς· ν’ αγωνιζόμαστε· να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας· να βιάζουμε τον εαυτό μας προς εξάσκηση της αρετής. Μη περιμένουμε τα πάντα από την προσευχή των αγίων, ενώ εμείς οι ίδιοι οκνεύουμε και τεμπελιάζουμε. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται κατά μαγικό τρόπο· απαιτεί και ενεργό προσπάθεια εκ μέρους μας.
Έτσι ενώ ο Ιερεμίας προσευχήθηκε τρεις φορές για τους Εβραίους και στις τρεις φορές άκουσε το Θεό να λέγει· «Μη προσεύχου, μηδέ αξίου περί του λαού τούτου ότι ουκ εισακούσομαί σου» (7,16). Και ο Ιεζεκιήλ άκουσε το εξής· «και εάν ώσιν (είναι) οι τρεις ούτοι εν μέσω αυτής, Νώε και Δανιήλ και Ιώβ, αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται … η δε γη έσται εις όλεθρον» (14, 14-16). Και στον Ιερεμία είπε ο Θεός· «εάν στη (σταθεί) Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς» (15,1). Και τα λέγει αυτά ο Θεός στον Ιερεμία και στον Ιεζεκιήλ για να τους δείξει όχι ότι δεν δέχεται την ικεσία τους και τους περιφρονεί, αλλά δεν αξίζουν οι Ιουδαίοι για να τους βοηθήσει. Γι’ αυτό και αναφέρει τα ονόματα του Νώε, του Δανιήλ, του Ιώβ, του Μωϋσή, και του Σαμουήλ, που είχαν καθιερωθεί ως άγιοι μεγάλου βεληνεκούς, θεοπρόβλητοι και θεάρεστοι. Είναι σαν να λέγει ο Θεός σήμερα· «Ακόμη και η Παναγία και οι απόστολοι και ο Χρυσόστομος και ο Αθανάσιος να προσευχηθούν για σας, δεν σας βοηθώ. Η κακία σας είναι απροσμέτρητη και φοβερή.

Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της.

Την έχουμε αυτή τη σχέση; Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, κοινωνούμε, εξομολογούμαστε, αγρυπνούμε, νηστεύουμε, ελεούμε, συγχωρούμε, προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές; Ο καθένας ας ρωτήσει τον εαυτό του και ας δώσει προσωπικά και υπεύθυνα την απάντηση.

  
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Ο Άγιος Σενώχ της Τουρώνης ο Ιαματικός

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΝΩΧ ΤΗΣ ΤΟΥΡΩΝΗΣ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ

Ο Άγιος Σενώχ της Τουρώνης ο Ιαματικός


Άγιοι της Γαλατίας
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΝΩΧ ΤΗΣ ΤΟΥΡΩΝΗΣ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ*
Ματαιότης ματαιοτήτων, λέγει ο Εκκλησιαστής, τα πάντα ματαιότης1. Είναι αλήθεια λοιπόν πως όλα όσα γίνονται στον κόσμο είναι ματαιότης. Γι’ αυτό συμβαίνει καμμιά φορά ώστε και άγιοι του Θεού, που δεν τους φλογίζει κανένα πάθος και καμμία σαρκική επιθυμία και δεν τους προσβάλλει κανένας μολυσμός φιληδονίας, αλλά αποκρούουν τα τεχνάσματα του πονηρού ακόμη και από τον νου τους, να θεωρήσουν πως είναι απόλυτα δίκαιοι και να πέσουν γεμάτοι από την υπερηφάνεια της αλαζονικής αυτής πεποιθήσεως. Αυτούς που δεν κατάφερε να τους πλήξη η μάχαιρα των μεγάλων αμαρτημάτων, τους έπνιξε εύκολα ο λίγος καπνός της κενοδοξίας! Κάτι τέτοιο συνέβη και σ’ εκείνον, στον οποίο θα αναφερθούμε. Αυτός, μολονότι είχε λαμπρυνθή με πολλές αρετές, θα είχε πέσει οπωσδήποτε στο βάραθρο της επάρσεως, αν δεν είχαν σπεύσει να τον νουθετήσουν πιστοί αδελφοί.
Ο όσιος Σενώχ (†24 Οκτωβρίου 576) ήταν Θεϊφαλός στην καταγωγή. Γεννήθηκε στην περιοχή του Πικταβίου που λεγόταν Θεϊφαλία. Πίστεψε στον Χριστό, έγινε κληρικός και ίδρυσε ένα μοναστήρι. Στην περιοχή της Τουρώνης βρήκε κάποια αρχαία ερείπια και έκτισε επάνω τους νέα οικοδομήματα. Εκεί βρήκε επίσης και έναν ναό, όπου λέγεται πως προσευχήθηκε ο επιφανής άγιός μας Μαρτίνος2. Το επισκεύασε με μεγάλη φροντίδα, και αφού έστησε σ’ αυτό μία αγία Τράπεζα με ειδικό χώρο για να τοποθετηθούν λείψανα αγίων, κάλεσε τον επίσκοπο για να το εγκαινιάση.
Πήγε λοιπόν ο μακάριος επίσκοπος Ευφρόνιος και μετά τον εγκαινισμό της Αγίας Τραπέζης τον χειροτόνησε διάκονο. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και θέλησαν να τοποθετήσουν την λειψανοθήκη στον καθορισμένο χώρο, διαπίστωσαν ότι ήταν μακρύτερη απ’ ό,τι έπρεπε και ήταν αδύνατο να χωρέση. Τότε ο διάκονος γονάτισε και προσευχήθηκε μαζί με τον αρχιερέα και με δάκρυα και ικεσίες έλαβε αυτό που ζήτησε: Ω του θαύματος! Προς γενική κατάπληξι, ο χώρος διευρύνθηκε με θεία δύναμι, η λειψανοθήκη μίκρυνε, ώστε να χωρέση εκεί άνετα.
Στον τόπο αυτό, μαζί με τρεις μοναχούς, ο όσιος υπηρετούσε με προθυμία τον Θεό και στην αρχή ζούσε με μεγάλη εγκράτεια στην τροφή και στο νερό. Τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο κόπος της εγκρατείας του αυξανόταν περισσότερο: έτρωγε μόνο ψωμί από κριθάρι κι έπινε μόνο νερό και μάλιστα όχι περισσότερο από τετρακόσια γραμμάρια από το καθένα την ημέρα. Ακόμη, υπέμενε το κρύο του χειμώνα ανυπόδητος και φορούσε σιδερένιες αλυσίδες στα χέρια, τα πόδια και τον λαιμό του. Αργότερα, για να ζήση αυστηρή ερημιτική ζωή, έφυγε από την θέα των αδελφών και κλείστηκε σ’ ένα μικρό κελλί, όπου προσευχόταν με προθυμία ημέρα και νύκτα, με αγρυπνίες και δεήσεις, χωρίς να επιτρέπη στον εαυτό του κανένα περισπασμό.
Συχνά οι πιστοί, από ευλάβεια, του έδιναν χρήματα, αλλά αυτός προτιμούσε να γεμίζη τα βαλάντια των φτωχών αντί να τα βάζη σε κρυψώνες, ενθυμούμενος τον λόγο του Κυρίου: Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης. όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών3. Ό,τι του έδιναν λοιπόν, το μοίραζε για τις ποικίλες ανάγκες των φτωχών, έχοντας τον νου του μόνο στον Θεό. Έτσι, κατά την διάρκεια της ζωής του ελευθέρωσε από τον ζυγό της δουλείας και το βάρος των χρεών περισσότερους από διακόσιους δυστυχείς.
Όταν φθάσαμε εμείς στην περιοχή της Τουρώνης, βγήκε από το κελλί του και ήρθε να μας δη. Μας χαιρέτησε, μας ασπάσθηκε και γύρισε πάλι πίσω. Ήταν, όπως είπαμε, πολύ ασκητικός και είχε το χάρισμα να θεραπεύη τους αρρώστους. Καθώς όμως με την άσκησι προώδευε στην αγιότητα, άρχισε σιγά-σιγά να υπεισέρχεται η κενοδοξία. Όταν λοιπόν βγήκε από το κελλί του, πήγε με πολλή υπεροψία να επισκεφθή τους γονείς του στην περιοχή του Πικταβίου, που αναφέραμε πιο πάνω. Κατόπιν επέστρεψε φουσκωμένος από υπερηφάνεια και κυττούσε να ικανοποιή μόνο τον εαυτό του. Όταν όμως τον επιπλήξαμε και άκουσε όσα του είπαμε για τους κενοδόξους, ότι εκδιώκονται από την βασιλεία του Θεού, καθαρίστηκε τελείως από την κενοδοξία και τόσο ταπείνωσε τον εαυτό του, ώστε δεν έμεινε μέσα του η παραμικρή ρίζα υπερηφανείας, πράγμα που το ωμολόγησε λέγοντας: «Τώρα νοιώθω την αλήθεια των λόγων του Αποστόλου ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω4».
Ο Κύριος επιτελούσε μέσω αυτού πολλά θαύματα στους αρρώστους, αλλά εκείνος έλεγε πως ήθελε να μείνη στο εξής έγκλειστος, ώστε να μην τον βλέπη άνθρωπος. Εμείς τον συμβουλεύσαμε να μην υποβληθή μονίμως σε τέτοιο εγκλεισμό, αλλά μόνο κατά το διάστημα από την κοίμησι του αγίου Μαρτίνου5 μέχρι την εορτή των Χριστουγέννων και κατά την Τεσσαρακοστή προ του Πάσχα —οπότε και οι Πατέρες ορίζουν να ασκούμε μεγαλύτερη εγκράτεια— ενώ τον υπόλοιπο καιρό να θέτη τον εαυτό του στην διάθεσι των αρρώστων. Άκουσε την συμβουλή μας και έκανε πρόθυμα υπακοή στα λόγια μας χωρίς αντιλογία.
Αφού λοιπόν αναφερθήκαμε σε κάποια γεγονότα της ζωής του, ερχόμαστε τώρα στα θαύματα, τα οποία μέσω αυτού ευδόκησε να επιτελέση η θεία χάρις προς θεραπείαν πολλών ασθενών. Κάποιος τυφλός, λεγόμενος Ποπούσιτος, προσέφυγε στον όσιο Σενώχ τον καιρό που ήταν ήδη πρεσβύτερος, και ζήτησε κάτι να φάη. Μόλις όμως το χέρι του αγίου ιερέως άγγισε τα μάτια του σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού, ο τυφλός ξαναβρήκε αμέσως το φως του. Ένας άλλος νέος από το Πικτάβιο, που υπέφερε από την ίδια πάθησι, έμαθε για τα θαύματά του και τον παρεκάλεσε να του ξαναδώση το χαμένο φως του. Εκείνος χωρίς καθυστέρησι επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού και έκανε το σημείο του σταυρού στα μάτια του τυφλού. Αμέσως έτρεξε από αυτά λίγο αίμα και φάνηκε το φως. Μετά από είκοσι χρόνια, το φως της ημέρας έλαμψε στα σβησμένα μάτια του δύστυχου ανθρώπου.
Κάποια άλλη φορά έφεραν μπροστά του δύο νέους που υπέφεραν φοβερά σ’ όλα τα μέλη τους και ήταν κουβαριασμένοι σαν μπάλλες. Μόλις τους άγγισε με το χέρι του, τα μέλη τους ίσιωσαν και μέσα σε μία ώρα θεράπευσε και τους δύο, ευεργετώντας τους με αυτό το διπλό θαύμα. Ωδήγησαν πάλι μπροστά του ένα αγόρι και ένα κορίτσι που τα χέρια τους ήταν γυρισμένα ανάποδα. Ήταν η εορτή της Μεσοπεντηκοστής και είχε συρρεύσει πολύς κόσμος στην εκκλησία. Γι’ αυτό, όταν ικέτευσαν τον δούλο του Θεού να θεραπεύση τα χέρια τους, εκείνος απέφευγε να το κάνη, λέγοντας ότι δεν είναι άξιος, ώστε μέσω αυτού ο Θεός να επιτελέση τέτοια θαύματα στους ασθενείς. Τελικώς ενέδωσε στις παρακλήσεις όλων και πήρε τα χέρια των δύο ασθενών στα δικά του. Αμέσως τα δάχτυλά τους ίσιωσαν και τα δύο παιδιά έφυγαν θεραπευμένα. Ομοίως, κάποια γυναίκα, λεγομένη Μπεναΐα, ήρθε με τα μάτια κλειστά και έφυγε με τα ίδια αυτά μάτια φωτισμένα, αφού εκείνος τα άγγισε με το ιαματικό του χέρι.
Νομίζω επίσης πως δεν πρέπει να αποκρύψουμε το ότι συχνά το δηλητήριο των ερπετών έχανε τη δραστικότητά του μόνο με τον λόγο του. Πράγματι, δύο άνθρωποι πρησμένοι από δάγκωμα κάποιου ερπετού, ήρθαν και έπεσαν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν να βγάλη με την αρετή του το θανατηφόρο δηλητήριο, που έχυσε στα μέλη τους το φαρμακερό ερπετό. Εκείνος προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, συ που δημιούργησες στην αρχή όλα τα στοιχεία του κόσμου και που ώρισες ώστε ο όφις, που εφθόνησε την τιμή του ανθρώπου, να είναι επικατάρατος6, αφαίρεσε από το σώμα τούτων των δούλων σου το δηλητήριό του, για να θριαμβεύσουν αυτοί επάνω του και όχι εκείνος επάνω σ’ αυτούς». Λέγοντας αυτά, άγγισε όλα τα μέλη τους και αμέσως το πρήξιμο υποχώρησε και το δηλητήριο έχασε την θανατηφόρο δράσι του.
Την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου κάποιος, καθώς πήγαινε στην εκκλησία, είδε ένα πλήθος αγρίων ζώων να καταστρέφη το κτήμα του. Άρχισε τότε να θρηνή και να λέγη: «Αλλοίμονό μου! Οι κόποι μου όλης της χρονιάς πάνε χαμένοι. Τίποτε δεν θα απομείνη!» Και παίρνοντας ένα τσεκούρι, άρχισε να κόβη κλαδιά για να κλείση μ’ αυτά το άνοιγμα του φράχτη. Ξαφνικά το χέρι του γύρισε άθελά του και σφηνώθηκε σ’ ένα κλαδί που κρατούσε απρόσεχτα. Μέσα στους πόνους και σέρνοντας πίσω του το κλαδί στο οποίο σφηνώθηκε το χέρι του, ο άνθρωπος αυτός πήγε λυπημένος στον όσιο και διηγήθηκε όσα του συνέβησαν. Εκείνος τότε αφού άλειψε το χέρι του με αγιασμένο λάδι, απομάκρυνε το κλαδί και τον θεράπευσε.
Ακόμη θεράπευσε πολλούς που υπέφεραν από δάγκωμα φιδιού και από το δηλητήριο των μολυσμένων πληγών τους, κάνοντας επάνω τους το σημείο του σταυρού. Σε άλλους επίσης, που βασανίζονταν από κάποιους αδυσώπητους δαίμονες, μόλις ακουμπούσε τα χέρια του επάνω τους φυγαδεύονταν οι δαίμονες και ανακτούσαν την διανοητική τους υγεία. Όλους αυτούς που θεράπευε με το χέρι του Θεού από διάφορες αρρώστιες, αν ήταν φτωχοί, τους έδινε με χαρά τροφή και ρούχα. Τόσο μεγάλη φροντίδα είχε για τους φτωχούς, ώστε ανέλαβε να τους κτίση γέφυρες στα ποτάμια, για να μη θρηνή κανείς εξ αιτίας των πνιγμών που συνέβαιναν όταν αυτά ήταν πλημμυρισμένα.
Όταν ήταν πλέον περιβόητος στον λαό για τα θαύματά του, σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, προσβλήθηκε από ελαφρό πυρετό που τον κράτησε στο κρεββάτι τρία χρόνια, πράγμα που εγώ έμαθα όταν πλέον πλησίαζε το τέλος του. Έτρεξα στο προσκέφαλό του, αλλά δεν μπόρεσα να αποσπάσω καμμία λέξι από τα χείλη του, γιατί ήταν πολύ εξηντλημένος. Μετά από μία ώρα παρέδωσε το πνεύμα. Στην κηδεία συνέρρευσε πλήθος ανθρώπων που είχαν ευεργετηθή από αυτόν, όπως ανέφερα πιο πάνω -άλλοι είχαν λυτρωθή από τον ζυγό της δουλείας, άλλοι είχαν απαλλαγεί από χρέη, άλλοι είχαν δεχθή τροφή ή ενδύματα. Θρηνώντας τον, έλεγαν: «Σε ποιον μας αφήνεις, άγιε πάτερ;»
Αργότερα, όταν βρισκόταν στον τάφο, επιτελούσε συχνά μεγάλα θαύματα. Τριάντα ημέρες μετά την κοίμησί του και  ενώ ετελείτο Θεία Λειτουργία στον τάφο του, ένας άρρωστος λεγόμενος Καϊδούλφος πλησίασε για να ζητήση ελεημοσύνη. Μόλις προσκύνησε το κάλυμμα που απλωνόταν στον τάφο, ανέκτησε την υγεία των ποδιών του. Έγιναν βέβαια και πολλά άλλα θαύματα εκεί, από τα οποία ανέφερα τα πιο αξιομνημόνευτα.

*    Μετάφρασις από το έργο Vita Patrum του αγίου Γρηγορίου Τουρώνης (PL 71, 1071-1074)
1.    Εκκλ. α’ 2
2.    Ένδειξις της μεγάλης ευλαβείας του λαού προς τον άγιο Μαρτίνο.
3.    Ματθ. ς’ 19 και 21
4.    Α’ Κορ. α’ 31
5.    8 Νοεμβρίου
6.    Γεν. γ’ 14



ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΗ 12-13

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

π. Νικόλαος Κογιώνης - Διάφορα περιστατικά από την ζωή του

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)

π. Νικόλαος Κογιώνης - Διάφορα περιστατικά από την ζωή του


Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μέρος Ε'
Διάφορα περιστατικά από την ζωή του
Έγραψε τους τροχονόμους στα δικά του κατάστιχα 
...Μία άλλη φορά έχοντας τον π. Νικόλαο στο πίσω κάθισμα (επιθυμούσε πάντοτε να κάθεται στο πίσω κάθισμα ώστε να μπορή να ανοίγη τα χαρτιά του να μελετάη ή να ένημερώνη το ημερολόγιό του με τις υποχρεώσεις του, ή να προσεύχεται, αλλά, και για να αποφεύγη την αργολογία) και ενώ οδηγούσα στην Αττική οδό με σταμάτησε η τροχαία επειδή δεν φορούσα ζώνη ασφαλείας. Ο τροχονόμος μετά από μία σύντομη στιχομυθία και παρατήρηση μου ζήτησε την άδεια οδήγησης και αποσύρθηκε στο περιπολικό πίσω από το αυτοκίνητο μου για να γράψη την κλήση. Ο π. Νικόλαος δεν είχε μιλήσει καθόλου. Όμως κατάλαβα ότι έκανε προσευχή. Από τους καθρέφτες του αυτοκινήτου μπορούσα να παρατηρώ εναλλάξ τον π. Νικόλαο να προσεύχεται και τον τροχονόμο να έχη ανοίξει το μπλοκ και να ετοιμάζεται να γράψη την κλήση με το στυλό στο χέρι. Κάποια στιγμή βλέπω τον τροχονόμο να κλείνη το μπλοκ και να απευθύνεται στον συνάδελφό του. Μετά βλέπω και τους δυο να με πλησιάζουν. Μου εξήγησαν ότι αυτή την φορά θα μου χάριζαν την κλήση. Μετά στράφηκαν στον π. Νικόλαο και του είπαν, «πάτερ σας παρακαλούμε να προσεύχεσθε για μας γιατί είναι επικίνδυνο το επάγγελμά μας». Ο άγιος πατήρ τους ευχαρίστησε με ένα γλυκύ χαμόγελο και μια ελαφριά υπόκλιση και μετά σημείωσε τα ονόματαά τους. Αντί να μας γράψουν αυτοί στα κατάστιχά τους, τους έγραψε ο π. Νικόλαος στα δικά του κατάστιχα! 

θεραπείες 
Ο Κος Αθανάσιος Κ. είχε μία γνωστή την Κα Αικατερίνη Π., της οποίας η κόρη, Γεωργία έμεινε ξαφνικά κατάκοιτη (δεν μπορούσε να σηκωθή από το κρεβάτι). Η μητέρα έλεγε, ότι της είχαν κάνει μάγια. Κατέφυγε στους ιερείς της ενορίας (έμενε σε άλλη ενορία), αλλά δεν είδε κάποιο αποτέλεσμα. Είχε πλέον απογοητευθεί και δεν δεχόταν να δει άλλο ιερέα, μετά όμως από επίμονη παρότρυνση του Κου Αθανασίου δέχθηκε να καλέσουν τον π. Νικόλαο. Ο πατήρ πήγε με προθυμία, της διάβασε μία ευχή και την άλλη μέρα η κατάκοιτη σηκώθηκε. 
Η Κατερίνα κόρη της πολύτεκνης Κας Ελένης Μ. (γεννημένη το 1977 Δικηγόρος τώρα) εμφάνισε όταν ήταν 3-4 χρονών ανορεξία (δεν μπορούσε να φάη τίποτε) και άρχισε η υγεία της να κινδυνεύη σοβαρά. Την πήγαν στο Νοσοκομείο Παίδων αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε. Η γιαγιά της Κατερίνας έκανε διάφορες προσευχές κ.ά. αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτε. Κάποια στιγμή η γιαγιά σκέφθηκε τον πνευματικό της π. Νικόλαο. Αυτός ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην πρόσκληση και διάβασε στο κοριτσάκι μερικές ευχές. Φεύγοντας δεν πρόλαβε να μπή στο ασανσέρ και το κοριτσάκι φώναξε «μαμά πεινάω». Από κείνη την στιγμή και μετά το πρόβλημα τακτοποιήθηκε. 
Η Κα Ελένη Μ. μας ανέφερε επίσης ότι ένα από τα εγγονάκια της ο Νικολάκης είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, εμφανίζει το σπάνιο σύνδρομο Low. Ένα διάστημα ο οργανισμός του αποσυντονίσθηκε και η κατάσταση του επιδεινώθηκε σοβαρά. Τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο Παίδων, όπου οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Οι γονείς και η γιαγιά πίστεψαν ότι χάνουν τον Νικολάκη. Μία από κείνες τις ήμερες περνούσε ο π. Νικόλαος απ' έξω από το σπίτι. «Πάτερ Νικόλαε, ο Νικολάκης μας δεν είναι καλά», του φωνάζει με πόνο η Κα Ελένη. «Μην στενοχωριέστε, θα πάει καλά» ήταν η απάντηση του πατρός. Όντως ο Νικολάκης με την ευχή του πατρός ξεπέρασε τον κίνδυνο και επανήλθε στον φυσιολογικό ρυθμό της ασθένειας, που είχε επιτρέψει ο Θεός
Ο Κος Φίλιππος Φ. είχε ένα σπυρί, το οποίο άνοιγε κατά καιρούς και του προκαλούσε αιμορραγίες. Αυτό τον ανησυχούσε ιδιαίτερα όταν επρόκειτο να κοινωνήση. Ο π. Νικόλαος τον σταύρωσε και το σπυρί εξαφανίσθηκε. 
Η Κα Μερόπη Κ. δεν μπορούσε να κράτηση το έμβρυο κατά την εγκυμοσύνη λόγω ασυμβατότητας αντισωμάτων. Είχε ήδη κάνει τρεις αποβολές. Στην τέταρτη εγκυμοσύνη έμεινε κοντά στην μητέρα της στο Γκύζη κλινήρης. Σηκώθηκε μόνο μία φορά, την Μ. Τετάρτη να πάει στον Άγιο Ελευθέριο (ήταν κοντά στο σπίτι της μητέρας της) στο ευχέλαιο. Ήταν ο π. Νικόλαος εκεί, ο οποίος της σταύρωσε την κοιλιά και ευλόγησε το μωρό. Και ενώ αυτή τον κοιτούσε χωρίς να μιλάη, της είπε ότι θα ταλαιπωρηθή λίγο, αλλά το μωρό θα γεννηθή γερό. Αυτή την φορά η εγκυμοσύνη εξελίχθηκε ομαλά και η Κα Μερόπη απέκτησε ένα χαριτωμένο αγοράκι τον Στέφανο. Δέκα περίπου χρόνια αργότερα ο Θεός την συνέδεσε με τον άγιο αυτό πνευματικό μέσω της κουνιάδας της Κατερίνας Κ., η οποία τον είχε απόκτηση πνευματικό παρακινημένη από την φίλη της Λαμπρινή Κ-Χ. Η επικοινωνία της με τον π. Νικόλαο έμελλε να σφράγιση την μετέπειτα ζωή της Κας Μερόπης. Όχι μόνο ο γιος της Στέφανος συνδέθηκε με τον άγιο αυτόν πνευματικό, αλλά και ο σύζυγος της Αλέξανδρος που αρχικά είχε αρνηθή γονάτισε κάτω από το πετραχήλι του (αναφέρουμε το σχετικό περιστατικό σε άλλο κεφάλαιο). Όταν ήλθε η δύσκολη στιγμή του αιφνίδιου και τραγικού θανάτου του συζύγου της σε επίσημο αγώνα μοτοσικλετιστών (συνέβη 14 μήνες μετά την κοίμηση του π. Νικολάου) οι βάσεις που είχε θέσει ο άγιος πατήρ στην οικογένειά της και οι ευχές του νέου πνευματικού της πατρός την κράτησαν όρθια και κοντά στην εκκλησία. Η ευγνωμοσύνη της για τον π. Νικόλαο είναι απέραντη.

 
Διορατικός - Προορατικός
 
Τα έξοδα του γάμου
Η Κωνσταντίνα Σ. η οποία, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγο της με θαυμαστή μεσολάβηση του πατρός, καθόταν μια μέρα στα μπροστινά καθίσματα του Αγ. Ελευθερίου στενοχωρημένη και προβληματιζόταν πού θα έβρισκε τα χρήματα για τον γάμο της. Εκείνη την στιγμή την φώναξε ο πατήρ και της διάβασε από κάπου το πώς ο Μωϋσής χτύπησε τον βράχο και ξαφνικά άρχισε να τρέχη πολύ νερό. Η Κωνσταντίνα πήρε το μήνυμα και το ηθικό της αναπτερώθηκε. Ξαφνικά άρχισαν να καταφθάνουν χρήματα από διάφορες μεριές. Από το τίποτα σχεδόν φτιάχθηκε το σπιτικό της. Ο ένας έδινε 100 χιλ. δραχμές ο άλλος της πήρε την κουζίνα κ.ο.κ Μέχρι πού παντρεύτηκε παραλάμβανε δώρα και χρήματα.
 
Συμπαράσταση σε νεαρό ζευγάρι 
Η κ. Γεωργία και ο κ. Διονύσης Θ., οι οποίοι είχαν πνευματικό τον π. Νικόλαο μετά τον γάμο τους και επί 10 χρόνια (μέχρι της αναχωρήσεώς του), μας διηγήθηκαν με συγκίνηση τα έξης: Όταν ήταν νιόπαντροι τον κάλεσαν σπίτι τους για αγιασμό. Ο πατήρ είχε μαζί του και ιερά λείψανα του Αγίου Νικολάου Πλανά. Μετά την ακολουθία κάθισε για λίγο και, όπως το συνήθιζε, τους διάβασε ένα απόκομμα από χριστιανικό περιοδικό, το οποίο μεταξύ άλλων έλεγε και το εξής περίπου: «Όταν η σύζυγος χάσει κάποιο παιδί θα πρέπει ο άνδρας να της συμπαρασταθή». Οι σύζυγοι συγκράτησαν με ανησυχία αυτή την συμβουλή στο μυαλό τους. Κατά την διάρκεια της πρώτης εγκυμοσύνης ο γιατρός διέγνωσε πρόβλημα υγείας στην σύζυγο και την συμβούλευσε να κάνη αποβολή. Οι δυο σύζυγοι κατέφυγαν με αγωνία στον π. Νικόλαο, ο οποίος τους είπε να μην ανησυχούν. Προσευχήθηκε και στην επόμενη επίσκεψη ο γιατρός βρήκε την σύζυγο υγιή.
Απέκτησαν και δεύτερο παιδάκι αλλά στην τρίτη εγκυμοσύνη η σύζυγος απέβαλε και τότε θυμήθηκαν αυτό που τους είχε διαβάσει ο πατήρ και ο σύζυγος συμπαραστάθηκε ιδιαίτερα στην σύζυγό του. Οι ίδιοι μας διηγήθηκαν και άλλα περιστατικά όπως και το ότι μετάνιωσε η σύζυγος που δεν ακολούθησε την συμβουλή του πατρός «να μην ζήτηση μετάθεση από την υπηρεσία της, παρά τις δυσκολίες πού αντιμετώπιζε, διότι και άλλου θα υπάρχουν δυσκολίες». Την μετάθεση για το τμήμα που ήθελε την πήρε αλλά τώρα αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες.
 
Παρόμοια περιστατικά με το τελευταίο διηγούνται και άλλα πνευματικά παιδιά. Ο πατήρ άλλοτε έδινε και άλλοτε δεν έδινε έγκριση για αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος, χωρίς φυσικά να γνωρίζη τις ιδιαιτερότητες της κάθε εργασίας και όσοι δεν τον άκουγαν το μετάνιωναν.

 
Δοκιμασίες
 
Ο π. Νικόλαος είχε υποστεί πολλές και μεγάλες δοκιμασίες είτε προσωπικές είτε οικογενειακές. Όλες τις αντιμετώπιζε με πίστη («ξέρεις τι είναι πίστη», έλεγε, «πίστη είναι να βλέπεις τον ήλιο τα μεσάνυχτα») και πολλή προσευχή (σε περιόδους μεγάλων δοκιμασιών τον είχαμε δει επανειλημμένως να προσεύχεται γονατιστός μπροστά στην Αγία Τράπεζα). Δεν είναι του παρόντος να σχολιασθούν οι πολλές δοκιμασίες που υπέστη ο άγιος αυτός πατήρ. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά δυο από τις πιο πρόσφατες. Ας σημειωθεί ότι απαντούσε στις δοκιμασίες με το θυσιαστικό καθήκον της διακονίας των ανθρώπων.
 
Μία από τις τελευταίες μεγάλες δοκιμασίες ήταν η ξαφνική αναχώρηση της πολυαγαπημένης του κόρης Μαρίας στα 39 της χρόνια. Η Μαρία από μικρή είχε αγαπήσει πολύ τον Χριστό. Δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια, και είχε δοθεί ολοκληρωτικά στην διακονία του συνανθρώπου της, τόσο ως κατηχήτρια και στέλεχος του νεανικού έργου της Εκκλησίας, όσο και ως φιλόλογος εκπαιδευτικός στα σχολεία που υπηρέτησε. Παντού απ' όπου πέρασε άφησε ανάμνηση ενός επίγειου αγγέλου, που σκόρπιζε ανυπόκριτα χαρά και αισιοδοξία και έδινε με το ήθος της μαρτυρία Χριστού. Η καθηγήτρια, η συνάδελφος, η φίλη, η αδελφή, ήταν πάντα έτοιμη να προσφέρη, να πή μία παρηγορητική κουβέντα, να εμψύχωση τον αδύναμο μαθητή, να νουθέτηση, να συμβουλεύση, να σκορπίση, να διδάξη ταπεινά, να προσφέρη μία άλλη ποιότητα στην καθημερινή συναναστροφή στο χώρο της εργασίας. Μετά το θάνατό της, κάπου ανάμεσα στις πολλές σημειώσεις της βρέθηκε μία φράση γραμμένη σε αρκετά χαρτάκια: «Μαρία να θυμάσαι, πρώτα οι άλλοι και μετά εσύ». Για όσους γνώρισαν τη Μαρία, αυτό το ζούσε καθημερινά.
 
Η Μαρία απεβίωσε κατά την περίοδο ανάρρωσης μετά από εγχείρηση θυρεοειδούς, λόγω εσφαλμένης μετεγχειρητικής ιατρικής αγωγής. Το πρωί είχε ζητήσει από τον ιερέα πατέρα της να την κοινωνήση στο σπίτι. Απεβίωσε κατά την διάρκεια της μεσημβρινής αναπαύσεως. Την μετέφεραν στην κλινική, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Ο π. Νικόλαος βρισκόταν εκείνη την στιγμή σε επισκέψεις διακονίας. Τον βρήκαν αρκετά αργότερα στον Ναό να εξομολογή. Δεν άφησε τον γνώριμο του οδηγό ταξί, που τον μετέφερε, να του ανακοίνωση το γεγονός, το είχε προαισθανθή ή το προγνώριζε. Ο κ. Απόστολος Σ. πνευματικό παιδί του πατρός, ο οποίος βοηθούσε αρκετές φορές στο ιερό του Ναού του Αγίου Ελευθερίου, ανέφερε το εξής γεγονός. Ένα ή ενάμιση μήνα πριν την αναχώρηση της Μαρίας είχε δει τον π. Νικόλαο στο ιερό να απευθύνεται σε κάποιον (δεν υπήρχε κανείς άλλος στο ιερό) με τα εξής περίπου λόγια. «Γιατί Κύριε τώρα; δεν γίνεται λίγο αργότερα; ας γίνει όπως θέλεις Εσύ Κύριε...». Εκείνη την στιγμή σκέφθηκε ότι ο παππούλης «τάχασε» αργότερα όμως συσχέτισε το γεγονός με την κοίμηση της Μαρίας. Ας σημειωθή παρεμπιπτόντως, ότι μέχρι τέλους της ζωής του ο πατήρ είχε εξαιρετική διαύγεια πνεύματος και ετοιμότητα λόγου, δεν θυμόμαστε δε ποτέ να ακούσαμε έστω και έναν άστοχο λόγο από το στόμα του ακόμη και όταν ήταν πάρα πολύ κουρασμένος.
 
Πρέπει να πόνεσε πολύ, διότι ο καρδιολόγος του διαπίστωσε λίγες μέρες αργότερα σημαντική επιδείνωση της καρδιάς του. Όμως παρά τον μεγάλο του πόνο μόνο τονωτικούς λόγους απηύθυνε στους άλλους. Στον γιατρό που ήταν υπεύθυνος για πολύ σοβαρή αμέλεια του είπε: «γιατρέ, λάθος γιατρού Θέλημα Θεού». Του είπαν αργότερα μερικοί «π. Νικόλαε δεν θα πάτε να διαμαρτυρηθείτε στην κλινική, να ζητήσετε αποζημίωση...». Η απάντησή του ήταν: «Τι λέτε τώρα; ξέρετε πού βρίσκεται η Μαρία, η Μαρία έχει την καλύτερη θέση». Όντως η Μαρία πρέπει να απέκτησε μεγάλη παρρησία στον Θεό, διότι μετά τον θάνατό της την επικαλούντο τακτικά οι δικοί της σε διάφορες δυσκολίες και τα αποτελέσματα ήταν άμεσα και θαυμαστά.
 
Ο π. Νικόλαος είχε και άμεσο πόλεμο από τον διάβολο. Αυτό το είχε αναφέρει σε πνευματικά του παιδιά ενορίτες χωρίς να αποκάλυψη λεπτομέρειες. Μια φορά κατά την διάρκεια καθημερινής θ. λειτουργίας έκανε κήρυγμα στον Ναό μιλώντας για τους τρόπους αντιμετώπισης του Διαβόλου. Κάποια στιγμή ανέφερε, τον βλέπω παιδιά μου τον διάβολο, τον βλέπω εκεί πάνω να μας κοροϊδεύει. Τελειώνοντας λέει στο εκκλησίασμα: Και τώρα αδελφοί μου, μού λέει μία φωνή μέσα μου, τώρα θα δής Νικόλαε τι έχεις να πάθεις! Τους χαιρέτησε και έφυγε. Βγαίνοντας έξω, μετά από λίγο πέφτει στο δρόμο και σπάζει την οδοντοστοιχία του. Πήγε στο σπίτι ματωμένος και με φοβερούς πόνους. Έκανε 6 μήνες να συνέλθει απ' αυτή την περιπέτεια (δεν διέκοψε όμως κανένα από τα καθήκοντα του) και πλήρωσε πολλά χρήματα στον οδοντίατρο.
  
 
Η αγάπη που νίκησε μετά από 38 χρόνια.
Από την πρώτη στιγμή της εγκαταστάσεώς της στο Γκύζη, το 1970, η οικογένεια Κογιώνη ήλθε σε επαφή με την οικογένεια Σ. Η κ. Ε. Σ., η οποία δεν πήγαινε στην εκκλησία, αισθάνθηκε εξ αρχής μεγάλη αντιπάθεια και περιφρόνηση για τον π. Νικόλαο και την πολύτεκνη οικογένεια του. Με αυταρχικό και άγριο τρόπο έκανε σε κάθε ευκαιρία παρατηρήσεις και υποδείξεις. Άλλες φορές, μόλις περνούσαν πλάι της ή τους συναντούσε στο ασανσέρ, γύριζε το κεφάλι της άλλου. Ούτε ένα γεια ούτε μία καλημέρα δεν τους έλεγε. Τα μικρά παιδιά της οικογένειας την φοβόντουσαν.
Ο πατήρ και η οικογένειά του έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την πλησιάσουν, αλλά τα χρόνια περνούσαν και αυτή έμενε ανυποχώρητη. Κάποια χρονιά, την ήμερα της γιορτής της κ. Ε. η Μαρία αγόρασε μία ωραία γλάστρα και με το γλυκό και ταπεινό της χαμόγελο πήγε να της ευχηθεί εκ μέρους της οικογενείας τα «χρόνια πολλά». Η υποδοχή ήταν σκέτη ψυχρολουσία. «Φύγε, δεν γιορτάζω και ούτε δώρα δέχομαι!» και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Η κατάσταση συνεχίστηκε έτσι μέχρι την κοίμηση του ανδρός της κ. Ε.. Κατά τις τελευταίες στιγμές του άνδρα της τους επισκέφθηκε και ο π. Νικόλαος και διάβασε μία ευχή. Μετά τον θάνατο του συζύγου της η κ. Ε. μαλάκωσε λίγο. Ο π. Νικόλαος της άφηνε κάθε Κυριακή στην πόρτα αντίδωρο, εικονίτσες και καμιά φορά κανένα βιβλιαράκι. Αυτά φάνηκε να τα δέχεται, δεχόταν επίσης χωρίς να αντιδρά και διάφορα ενισχυτικά φυλλάδια και βιβλία που της έστελνε η πρεσβυτέρα. Ένα χρόνο περίπου μετά την κοίμηση του πατρός, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο για τον π. Νικόλαο, η κ. Ε. το διάβασε και συγκινήθηκε. «Όσα λέει το βιβλίο είναι όλα αληθινά! έτσι ήταν ο παπά Νικόλας!»...
Οκτώ περίπου μήνες αργότερα η κ. Ε. αρρώστησε βαριά και τα παιδιά της την μετέφεραν στο Νοσοκομείο ΕΛΠΙΣ (είναι κατά σύμπτωση το νοσοκομείο στο όποιο μετέφεραν νεκρό τον π. Νικόλαο). Τότε η κόρη της τηλεφώνησε στην πρεσβυτέρα και της είπε να προσευχηθή και αν είναι δυνατόν να γίνη παράκληση για την μητέρα της διότι είναι βαριά.
Λίγες ήμερες αργότερα τηλεφώνησε και ο γυιος της ασθενούς κ. Ε. στην πρεσβυτέρα και της είπε ότι η μητέρα του ζητάει επειγόντως τον γιο του π. Νικολάου για να εξομολογηθή. Η κ. Ε. εξομολογήθηκε με συντριβή και με δάκρυα και με δυνατή φωνή που την άκουγαν και οι άλλοι στον θάλαμο είπε: «Περίμενα αυτή την ώρα μια ολόκληρη ζωή. Να εξομολογηθώ να καθαριστώ να κοινωνήσω και μετά να πεθάνω και να πάω στον Κύριο. Σήμερα μου έκανε ο Χριστός το μεγαλύτερο καλό. Αυτό πού λαχταρούσα». Την άλλη μέρα την κοινώνησε ο ιερέας του Νοσοκομείου και μετά από δυο ήμερες η κ. Ε. αναπαύθηκε ειρηνικά.
  
 
Ευωδία
 
Ο νέος, Ευάγγελος Μ., πού προσέφερε τις πρώτες βοήθειες στον π. Νικόλαο, κατά την στιγμή του θανάτου του, μας ρώτησε αν σαν πνευματικά του παιδιά αισθανόμαστε κάποια ευωδία να βγαίνη από τα άμφιά του όταν πηγαίναμε για εξομολόγηση. Ο ίδιος είχε αισθανθή ευωδία την στιγμή που του έκανε μαλάξεις και τεχνητή αναπνοή. Αυτό μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, διότι οι ίδιοι δεν είχαμε αισθανθεί ποτέ κάτι τέτοιο. Λίγο καιρό μετά την κοίμηση του πατρός μας, πήρε τηλέφωνο η κ. Κ. Π. πολύτεκνη με μεγάλο αγώνα στην ζωή της αλλά με πίστη και πολύ υπακοή στον πνευματικό της, π. Νικόλαο. Μεταξύ των άλλων μας διηγήθηκε και το εξής. Ένα πρωινό μετά την εξομολόγηση προσφέρθηκε να μεταφέρη τον π. Νικόλαο με το αυτοκίνητό της σε σπίτι άρρωστου ενορίτου. Κατά την επιστροφή του πατρός στο αυτοκίνητο, μετά την επίσκεψή του στο σπίτι του ασθενούς, αισθάνθηκε μία ασυνήθιστη ευωδία, η οποία κάποια στιγμή διακόπηκε και πάλι ξαναδυνάμωσε. Απορημένη τον ρώτησε αν είχαν κάψη πολύ θυμίαμα στο σπίτι που πήγε. Ο άγιος πατήρ της απάντησε αινιγματικά, ναι ναι, με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Όμως η ευωδία αυτή δεν έμοιαζε με θυμίαμα. Τον ξαναρώτησε πάλι με απορία και πάλι πήρε την ίδια αινιγματική απάντηση. Αναφέραμε το περιστατικό αυτό σε μέλος της οικογενείας του π. Νικολάου, το οποίο μας επιβεβαίωσε ότι μερικές φορές όταν έμπαινε ο πατήρ στο σπίτι αισθανόντουσαν μία ασυνήθιστη ευωδία.
Μετά την κοίμηση του πατρός ευλαβείς αναγνώστες του βιβλίου (των προηγούμενων εκδόσεων) αισθάνθηκαν ευωδία την ώρα που το μελετούσαν, δείγμα επισκέψεώς του. Τα σχετικά περιστατικά παρατίθενται σε χωριστό κεφάλαιο.
Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

π. Νικόλαος Κογιώνης - Ποιμαντική διακονία, αγάπη, φιλανθρωπία του

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)

π. Νικόλαος Κογιώνης - Ποιμαντική διακονία, αγάπη, φιλανθρωπία του


Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Ποιμαντική διακονία, αγάπη, φιλανθρωπία του
ΜΕΡΟΣ Γ'
Τα κατάστιχα της αγάπης του
Τηρούσε ημερολόγιο καθημερινής ποιμαντικής διακονίας. Σημείωνε από μήνες πριν τις προγραμματισμένες υποχρεώσεις διακονίας και στην συνέχεια συμπλήρωνε τις πάρα πολλές έκτακτες.
Το ημερολόγιο αυτό το κρατούσε πάντοτε μαζί του, μέσα στο μαύρο του ζεμπίλι, ώστε να το συμβουλεύεται και να το ενημερώνη ανά πάσα στιγμή. Στο τέλος του έτους το έκαιγε. Μόνο ο μισθαποδότης Κύριος έχει «αντίγραφο» των αναρίθμητων πράξεων αγάπης που επιτελέστηκαν όλα τα χρόνια της ποιμαντικής διακονίας του πατρός. Από ένα ημερολόγιο που διασώθηκε μετά από επίμονη προσωπική παράκληση διαπιστώσαμε «ιδίοις όμμασιν» το απίστευτο πλήθος πράξεων αγάπης που επιτελούσε καθημερινά. Όλες οι σελίδες του ημερολογίου ήταν ασφυκτικά γεμάτες από ποικίλες πράξεις διακονίας που είχε επιτελέσει. Σ' αυτό θα πρέπη να προστεθούν οι άγραφες ιεραποστολικές επισκέψεις κατ' οίκον (τις πραγματοποιούσε όποτε είχε κενό χρόνο), το καθημερινό έργο πνευματικού-εξομολόγου καθώς και τα ποιμαντικά του καθήκοντα στον Ναό κ.O.K.
 
Στο δωμάτιό του βρέθηκε μετά τον θάνατό του και καρτελοθήκη με τουλάχιστον 250 ονόματα και διευθύνσεις πασχόντων, τους οποίους επισκεπτόταν κατά τακτά διαστήματα. Κατ' ανάγκην οι επισκέψεις του στους πάσχοντες ήταν σύντομες αλλά άφηναν πλούσια την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μία γνωστή μας ανάπηρη με σκλήρυνση κατά πλάκας εγκαταλειμμένη από σύζυγο και γνωστούς μάς έλεγε ότι ο π. Νικόλαος την επισκεπτόταν τακτικά για πέντε-δέκα λεπτά, της έλεγε δυο λόγια πνευματικά και της έδινε και μία εικονίτσα ή μία τυπωμένη προσευχή, μερικές φορές δε έβλεπε να στάζη και ένα δάκρυ από το μάτι του. Αυτή η σύντομη επίσκεψη της έδινε μεγάλη τόνωση και ανακούφιση.
 
Πέρα από την φροντίδα των ενοριτών και των αναξιοπαθούντων διατηρούσε και μακρύ κατάλογο με τα ονόματα όλων των γνωστών του (εκκλησιαστικών προσώπων, μελών αδελφοτήτων, πνευματικών του τέ-κνων, ενοριτών κ.λ.π.) ταξινομημένα την ημ/νία της γιορτής των. Προνοούσε ώστε λίγες μέρες πριν την γιορτή καθ' ενός να ταχυδρομή μικρή καρτούλα με ευχές. Αν κάποιος είχε πεθάνει, είχε σημειώσει να τον μνημονεύση την ημέρα της γιορτής του. Κανέναν δεν ξεχνούσε. Πέρα όμως από τις ταχυδρομικές ευχές έκανε και προσωπικές επισκέψεις σε εορτάζοντες ενορίτες, ιδιαίτερα σε οικογένειες που είχαν δοκιμασίες ή μεγάλο αγώνα ή σε κατάκοιτους και ανήμπορους, μεταφέροντας και διάφορες ευλογίες. Οι ολιγόλεπτες αυτές επισκέψεις του πατρός, το χαμόγελο του προσώπου του, η χάρις που απέπνεε άφηναν μεγάλη ευλογία και τόνωση. Η Κα Κωνσταντίνα Σ., θυμάται ακόμη με συγκίνηση μια τέτοια επίσκεψη του πατρός στο σπίτι τους την ημέρα της γιορτής του αδελφού της (ορφανοί από πατέρα και με την μητέρα τους άρρωστη). «Χρόνια πολλά, να μας ζήση!» είπε με όλη την καρδιά του απευθυνόμενος στην πονεμένη μητέρα, και ξαφνικά έφυγε όλη η στενοχώρια από πάνω τους και το σπίτι γέμισε ευτυχία.
Τα ονόματα τα οποία μνημόνευε και τα οποία βρέθηκαν στα προσωπικά του αντικείμενα ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες. Πέρα από τα ονόματα όλων των πνευματικών του παιδιών, των πολλών γνωστών του ιερατικών προσώπων και μη, των ενοριτών και των ονομάτων που του έδιναν οι ενορίτες για μνημόνευση, ζητούσε και ο ίδιος τα ονόματα αυτών που του έκαναν και την παραμικρή εξυπηρέτηση (π.χ. από κάποιον άγνωστο στον δρόμο που του έδωσε οδηγίες από πού να πάει, από τον οδηγό του ταξί κ.ο.κ.) για να τα μνημονεύη. Για να προφθαίνη να μνημονεύη πήγαινε πολύ νωρίς στον Ναό, από τις 5 η 5:30 π.μ. μερικές δε φορές και πιο νωρίς, όπως αναφέρουμε και αλλού.
 

«Τις ασθενεί και ουκ ασθενώ;»

 
Η αγάπη του πατρός όχι μόνο προς τα πνευματικά του παιδιά αλλά προς όλους ήταν συγκινητική. Τα αισθήματά του ήταν γνήσια και άδολα. Μερικές φορές εξωτερίκευε την αγάπη του ασπαζόμενος άρρωστους ή ηλικιωμένους στο μέτωπο ή χαϊδεύοντάς τους απαλά στο κεφάλι.
Όταν μάθαινε ότι κάποιος ενορίτης ή γνωστός (έστω και κατ' όνομα μόνο) ασθενούσε ή βρισκόταν στο νοσοκομείο τον επισκεπτόταν αυτόκλητος και διάβαζε ευχή από το ευχολόγιο υπέρ αναρρώσεως. Θα μπορούσαμε με συγκίνηση να πούμε και για τον π. Νικόλαο το του Παύλου: «Τις ασθενεί και ουκ ασθενώ...» (Β' Κορινθ. ια', 29). Κάνει μεγάλη εντύπωση το πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να συμμε¬τέχει στα βασανιστικά προβλήματα ψυχικά και σωματικά τόσων πολλών ενοριτών. Έλεγε πολλές φορές γυρίζοντας στο σπίτι: «ξέρετε τι πόνος υπάρχει στα σπίτια!»
 
Πνευματικό του παιδί, που είχε κάνει σοβαρή εγχείρηση στο μάτι, την στιγμή που συνερχόταν από την νάρκωση αισθάνθηκε ένα στοργικό χάδι στο κεφάλι και ένα φιλί στο μέτωπο και άκουσε τα λόγια «μην ανησυχείς... όλα θα πάνε καλά» (όντως όλα πήγαν καλά!). Ήταν ο π. Νικόλαος που θυσίασε την μεσημβρινή του ανάπαυση εκείνη την ημέρα για να επισκεφθή το Νοσοκομείο που βρισκόταν μακριά από το σπίτι του (άφησε και φακελάκι με χρήματα κάτω από το μαξιλάρι του ασθενούς). Η αδελφή του ασθενούς (κάτοικος της βορείου Ελλάδος) που βρισκόταν στο δωμάτιο εκείνη την στιγμή εντυπωσιάστηκε. «Ποιος είναι αυτός ο ιερέας; δεν έχω ξαναδεί τέτοια αγάπη».
 
Διηγείται συνοδός σε μία επίσκεψη σε θάλαμο νοσοκομείου με δώδεκα ασθενείς, όπου νοσηλευόταν και συγγενής της. «Στάθηκε ο π. Νικόλαος στη πόρτα και με υψωμένη τη φωνή λέει προς όλους: Μην απελπίζεσθε αδελφοί μου, κουράγιο, ο Θεός είναι κοντά μας. Θα γίνετε καλά! Μοίρασε σε όλους πρόσφορο και από μία εικονίτσα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφραση χαράς και αγαλλίασης στα πρόσωπα των ασθενών, εκείνη την ώρα. Έκαναν τον σταυρό τους και ευχαριστούσαν με όλη τους την καρδιά. Την επόμενη μέρα ο θάλαμος είχε σχεδόν αδειάσει. Όλοι σχεδόν οι ασθενείς είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους».
 
Στοργικό ενδιαφέρον και για τις υλικές ανάγκες των πνευματικών του παιδιών
«Μου έκανε εντύπωση πόσο καλός ήταν, που ανησυχούσε και για τις υλικές μας ανάγκες», αναφέρει η Μαρία Α., η οποία είχε οικονομικές δυσχέρειες και ξενοδούλευε σαν καθαρίστρια.
«Μια φορά με συνάντησε την ώρα που γύριζα κουρασμένη από την δουλειά. Μου λέει, έχεις φαγητό στο σπίτι; Του απάντησα έχω φιάξει φάβα (φαγητό που δεν μου πολυάρεσε). Χωρίς να μου πει τίποτε πήγε σπίτι του και μου έφερε πιλάφι με κυμά και μου φώναξε να κατέβω να το πάρω. Μια άλλη φορά του είχα πει ότι πονάει το χέρι μου και αυτό με δυσκόλευε στην δουλειά μου. Μετά από λίγες μέρες την ώρα που καθάριζα τις σκάλες ενός σπιτιού τον βλέπω πλάι μου ξαφνικά να με κυτάζη με συμπόνια. Πάτερ Νικόλαε, του λέω με χαρά. Πονάει το χέρι σου παιδί μου, μού λέει, και είδα ένα πόνο στα μάτια του». «Κάποια περίοδο που είχα μείνει χωρίς δουλειά και δυσκολευόμουνα οικονομικά μου έδωσε 1500 δρχ, ενώ σε μία άλλη περίπτωση μου έδωσε 30.000 δρχ. για να πληρώσω τον οδοντίατρο».
 

Έδινε, σκορπούσε με απλοχεριά και αγάπη
Έδινε, σκορπούσε παντού με πολλή αγάπη και απλοχεριά. Συμβούλευε δε την ελεημοσύνη και στους ενορίτες. «Να δίνεις», είχε πει μια φορά σε μία ενορίτισσα την ώρα που της έδινε αντίδωρο, «είναι η αναπνοή». Άλλες φορές έλεγε, «όταν βάζης το χέρι στην τσέπη για να δώσης ελεημοσύνη και πιάσης δύο κέρματα/χαρτονομίσματα, ένα μικρότερο και ένα μεγαλύτερο, να δώσης το μεγαλύτερο». Μία φορά ενώ εξομολογούσε τον πλησίασε μία ρακένδυτη γυναίκα και του ζήτησε χρήματα. Της έδωσε χίλιες δραχμές που είχε στην τσέπη του. Αυτή επέμενε ότι χρειαζόταν τρεις χιλιάδες. Τότε ο π. Νικόλαος πήγε σπίτι του και έφερε τα δυο χιλιάρικα που της έλειπαν. Ο νεωκόρος του Ναού κ. Κ. που παρακολούθησε το περιστατικό συγκινήθηκε με την αγάπη του πατρός. Πολλές φορές έδινε χρήματα που του είχαν δώσει, χωρίς να τα μέτρηση. Ο Δ/ντής φοιτητικού οικοτροφείου ανέφερε ότι τακτικά του έδινε χρήματα ο πατήρ για απόρους φοιτητές. Μερικές φορές τα έδινε έτσι όπως του τα είχαν δώσει άλλοι σφραγισμένα σε φακελάκι. Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απλό αλλά χαριτωμένο περιστατικό. Ένα πνευματικό του παιδί είχε αγοράσει καινούργιο αυτοκίνητο, το οποίο ο πατήρ το ευλόγησε και έκανε και αγιασμό. Το πνευματικό παιδί του έδωσε ένα μικρό χρηματικό ποσό με την παράκληση να το δώση σε κάποιον που είχε ανάγκη. Μετά από δυο εβδομάδες ο πατήρ έδωσε ένα φακελάκι στο πνευματικοπαίδι, που περιείχε ακριβώς το ποσόν που είχε λάβει από τον ίδιο, με την εντολή να το δεχθεί οπωσδήποτε, του είχαν πει να το δώσει σε κάποιον που είχε ανάγκη! Το πνευματικό παιδί δυσκολευόταν πολύ να ξεχρεώση τις δόσεις του αυτοκινήτου αλλά δεν είχε πει τίποτε γι' αυτό στον π. Νικόλαο.
 
Η κ. Διονυσία Σ. που χήρεψε όταν τα δυο παιδιά της ήταν περίπου 10 χρονών και αναγκάσθηκε να ξενοδουλεύει σε σπίτια για να τα βγάζη πέρα, αισθάνθηκε έντονα την θερμή συμπαράσταση του πατρός και της οικογενείας του. Τόσο αυτή όσο και τα μεγάλα τώρα παιδιά της έχουν να διηγηθούν πολλά για τον π. Νικόλαο, του οποίου υπήρξαν πνευματικά τέκνα (αναφέρουμε περιστατικά και σε άλλο σημείο). Ένα διάστημα η οικογένεια αντιμετώπισε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Σε εκείνη την δύσκολη περίοδο κάποιος έριχνε κάτω από την πόρτα της κάθε μήνα ένα σεβαστό ποσόν χρημάτων. Προσπάθησε επανειλημμένα η κ. Διονυσία να συλλαβή τον «δράστη» αλλά δεν τα κατάφερε, σαν να ήταν αόρατος. Αργότερα συνδυάζοντας περιστατικά κατάλαβε ότι ήταν ο πατήρ Νικόλαος. Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως, ότι ενορίτες ανέφεραν ότι είχαν δει επανειλημμένως τον π. Νικόλαο να ρίχνει κάποιο βοήθημα από το παράθυρο ή την πόρτα οικογενειών που ευρίσκοντο σε ανάγκη. Η Κα Μαρία Α. τον είδε μία φορά να ρίχνη κάτι κάτω από την πόρτα μιας οικογένειας μεταναστών. Όταν απομακρύνθηκε πλησίασε από περιέργεια και είδε να εξέχει η άκρη χαρτονομίσματος.
 
Πάντως ο άγιος πατήρ συμβούλευε να βοηθούμε με διάκριση, διότι μερικοί ζητούν χωρίς να έχουν ανάγκη. Στις περιπτώσεις αυτές ο ίδιος έδινε λιγότερα από ό,τι του ζητούσαν. Ιδιαίτερα τόνιζε, να μην δίνουμε, όταν τα χρήματα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την διάπραξη αμαρτίας (π.χ. σε ναρκομανείς η αλκοολικούς), διότι τότε έχουμε κι εμείς συμμετοχή στην αμαρτία.
 

«Από δω η νύφη σου και από δω η πεθερά σου»
 
Η οικογένεια της Κας Διονυσίας γνώρισε και με άλλο τρόπο την αγάπη του πατρός, συνδυασμένη και με το διορατικό χάρισμα που είχε. Ενδιαφέρθηκε για την αποκατάσταση της κόρης, Κωνσταντίνας, σαν να ήταν δική του κόρη. Η ίδια είχε εκθέσει την επιθυμία της να παντρευτή ένα καλό παιδί. Μετά από λίγο καιρό και την ώρα που έπαιρνε αντίδωρο από τα χέρια του, της ζήτησε ο πατήρ να τον περιμένει στην μεριά των γυναικών. Το ίδιο είπε και σε μία άλλη ευλαβή ενορίτισσα, η οποία είχε γιό σε ηλικία γάμου. Κάποια στιγμή τις πλησίασε ο πατήρ χαρούμενα με την γλυκύτητα και ταπείνωση που τον χαρακτήριζε και τις σύστησε (οι δυο γυναίκες δεν γνωριζόντουσαν) περίπου ως έξης: «από δω η νύφη σου και από δω η πεθερά σου. Πέστε τα τώρα, πέστε τα...». Αργότερα, όταν γνώρισε η Κωνσταντίνα τον μέλλοντα σύζυγο, την οδήγησε ο πατήρ μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και προσευχήθηκε- «Παναγία μου να γίνη και να 'μαι κι εγώ στον γάμο»! Και όντως «έγινε» ξεπεράστηκαν και τα οικονομικά προβλήματα με απρόσμενο τρόπο (βλ. κεφάλαιο Διορατικός/Προορατικός) και η Κωνσταντίνα παντρεύτηκε τον Βασίλη Α., ο οποίος προς μεγάλη συγκίνησή της είχε το ίδιο όνομα με τον πατέρα της και την ίδια ημερομηνία γέννησης με την ημερομηνία θανάτου του πατέρα της. Σκέφθηκε ότι ο αγαθός Θεός, μπορεί να της στέρησε από νωρίς τον πατέρα της, αλλά της έδειχνε με αυτό τον συμβολικό τρόπο, ότι από νωρίς είχε προνοήσει για την αποκατάσταση της. Ο πατήρ Νικόλαος χρησίμευσε σαν αγαθό όργανο της θείας Προνοίας. Ήταν και ο πατήρ στον γάμο «έσυρε» τον χορό του Ησαΐα και τους έδωσε πολύ ωραίες συμβουλές, τις οποίες διατηρούν σαν ιερή παρακαταθήκη και πεθερά και νύφη είναι ιδιαίτερα αγαπημένες. Το σημαντικότερο, αισθάνονται έντονη την προστασία του πατρός, όπως την στιγμή που το αυτοκίνητο τους ακινητοποιήθηκε σε πολύ επικίνδυνο σημείο σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας. Δεν πρόλαβαν να πουν π. Νικόλαε βοήθησε μας και φάνηκε οδική βοήθεια.
 

Να μη μείνουν τα πρόσφορα και μουχλιάσουν
 
Έκανε και ένα άλλο κοπιαστικό έργο φιλανθρωπίας. Η ενορία του Αγ. Ελευθερίου είναι όπως αναφέραμε και αλλού πολύ μεγάλη. Έτσι και τα πρόσφορα που συγκεντρώνονταν κυρίως σε μεγάλες γιορτές ήταν πάρα πολλά και κινδύνευαν να μείνουν αδιάθετα και να μουχλιάσουν. Ο πατήρ το θεωρούσε αυτό αμαρτία. Τα συγκέντρωνε λοιπόν σε μεγάλες σακούλες και τα «διοχέτευε» ως ευλογία σε σπίτια που είχαν ανάγκη (η πολύτεκνη, 9 παιδιά, Κα Ελένη Μ. μας ανέφερε με ευγνωμοσύνη ότι τα παιδιά της με αυτά τα πρόσφορα μεγάλωσαν), σε φοιτητικά οικοτροφεία ή και σε ιδρύματα. Μερικές φορές κουβαλούσε τις βαριές σακούλες μόνος του. Άλλες φορές, επειδή δεν πρόφθαινε, «αγγάρευε» μέλη της οικογενείας του ή και πνευματικά του παιδιά. Ο κ. Γιώργος Τ. της ενορίας μας ανέφερε ότι στις περιπτώσεις αυτές ο πατήρ κάλυπτε με δικά του χρήματα τα έξοδα του ταξί και έδινε και γενναίο φιλοδώρημα στον μεταφορέα. Ο Κος Αθανάσιος Π. επίτροπος μας ανέφερε, ότι όσο ήταν ο πατήρ στον Ναό δεν έμεναν ποτέ πρόσφορα.
 

«Την υποχωρητικότητα την ευλογεί ο Θεός»
 
Πονούσε πολύ όταν έβλεπε έχθρες. Έκανε το παν για να συμφιλιώνη τους ανθρώπους μεταξύ τους και με τον Θεό. Οι ενορίτες τόνιζαν με θαυμασμό μετά τον θάνατό του ότι ο π. Νικόλαος δεν είχε εχθρούς. Δεν είχε εχθρούς διότι υποχωρούσε πάντα ταπεινά ακόμη και όταν τον αδικούσαν. Την υποχωρητικότητα την συμβούλευε και στα πνευματικά του παιδιά και έλεγε ότι την ευλογεί ο Θεός.
 
Ο π. Νικόλαος υπεραγαπούσε τους συνεφημερίους του, πάντοτε δε τους επαινούσε. Όταν εκοιμήθη ο υπερήλικας πατέρας του προϊσταμένου του Ναού π. Ιωάννου Μπόμη στο ορεινό χωριό Καλλιθέα Ολυμπίας, αγκάρεψε πνευματικό του παιδί και έκανε μακρύ κοπιαστικό ταξίδι (ο π. Νικόλαος ήταν τότε 75 χρόνων) για να παρευρεθή στην κηδεία. Για να προλάβη την θ. λειτουργία στο χωριό ξεκίνησε από την Αθήνα στις 4 π.μ. Ο π. Ιωάννης Μπόμης όταν τον είδε εκεί συγκινήθηκε και είπε στους χωρικούς, «είδατε τι αγάπη έχουμε στον Άγιο Ελευθέριο Γκύζη!»; Όταν μετά από καιρό ο π. Ιωάννης μετεφέρθη σε κωματώδη κατάσταση στο Νοσοκομείο μετά από σοβαρό ατύχημα (δεν επικοινωνούσε πλέον με το περιβάλλον), ο π. Νικόλαος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν. Του διάβασε μία ευχή και μετά του έβαλε τον σταυρό στα χείλη και του φώναξε, π. Ιωάννη εγώ είμαι ο π. Νικόλαος. Προς έκπληξη των παρισταμένων (όπως μας διηγήθηκε ο νεωκόρος κ. Κωνσταντίνος Κ. που συνόδευε τον π. Νικόλαο) ο π. Ιωάννης έστρεψε το κεφάλι του προς τον π. Νικόλαο και κάτι μουρμούρισε. Μετά την κοίμηση του π. Ιωάννου ο π. Νικόλαος τοποθέτησε την φωτογραφία του στο δωμάτιο του και έλεγε αρκετές φορές. «Αχ π. Ιωάννη να αξιωθώ κι εγώ να έλθω εκεί που είσαι, σε μια ακρούλα...».
 

«Χορός του Ησαΐα» γύρω από το κρεβάτι του κατάκοιτου
 
Στενοχωριόταν όταν έβλεπε ζευγάρια να συζούν παρανόμως. Χτυπούσε με διάκριση την πόρτα του σπιτιού τους και με πολύ αγάπη τους παρακινούσε να παντρευτούν, να μην ζουν στην αμαρτία. Έχουμε και προσωπική αντίληψη μιας τέτοιας επίσκεψης. Ενώ τον μεταφέραμε με το αυτοκίνητο κάπου, ζήτησε να σταματήσουμε απ' έξω από μία πολυκατοικία. Ανέβηκε και επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά. Μας είπε, ότι χτύπησε την πόρτα διαμερίσματος όπου τον πληροφόρησαν ότι συζούσε κάποιο ηλικιωμένο ζευγάρι, και τους είπε χωρίς άλλες κουβέντες «παιδιά μου να παντρευτείτε, μην ζείτε στην αμαρτία, να συνδεθείτε με την εκκλησία». Έφυγε προτού αυτοί προλάβουν να συνέλθουν από την έκπληξη.
 
Στο υπόγειο της πολυκατοικίας που έμενε συζούσε παρανόμως ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άντρας ήταν κατάκοιτος. Ο πατήρ τους έπεισε και ετέλεσε το γάμο μέσα στο διαμέρισμά τους. Κουμπάροι και παράνυμφοι ήταν η πρεσβυτέρα και οι κόρες του π. Νικολάου. Στον χορό του Ησαΐα η νύφη γύρισε γύρω από το κρεβάτι κρατώντας το χέρι του κατάκοιτου γαμπρού.

 
Πνευματοκίνητος
 
Δεν ήταν αεικίνητος, αλλά πνευματοκίνητος
Από τα διάφορα περιστατικά που αναφέρουμε στο βιβλίο είναι φανερό ότι ο άγιος πατήρ κατόρθωνε να πραγματοποιή απίστευτα μεγάλο αριθμό πράξεων ποιμαντικής διακονίας κάθε μέρα, πολλές από τις όποιες απαιτούσαν μετακινήσεις σε πολύ διαφορετικά σημεία. Ίσως νομισθεί ότι ήταν ο τύπος του δραστήριου ενοριακού ιερέα, αεικίνητος όπως λέμε. Όμως ο πατήρ δεν ήταν έτσι. Κατ' αρχήν δεν του άρεσαν οι περισπασμοί που φέρνει η υπερβολική δραστηριότητα για θέματα κοινωνικής φύσεως κ.λ.π. Έπειτα απέπνεε συνεχώς γαλήνη και ηρεμία ακόμη και σε στιγμές που το πρόγραμμά του ήταν πολύ φορτωμένο και κανονικά θα έπρεπε να έχει άγχος. Η μεγάλη δραστηριότητα του πατρός οφειλόταν στον πόνο και στην αγωνία του να μεταδώση το μήνυμα του Χριστού στις ψυχές και στην αγάπη του προς τους δοκιμαζόμενους και ανήμπορους.
Κατά την πολύ ωραία έκφραση του Σεβασμιωτάτου Νικοπόλεως κ. κ. Μελετίου (βλ. Επίλογο) ο π. Νικόλαος εκπροσωπούσε την «Αγωνία του Χριστού για σωτηρία για μετάνοια... άκουγε την φωνή του Χριστού να του λέγη, βιάσου π. Νικόλαε να κάνης κάτι περισσότερο ακόμα... Και έτρεχε, έτρεχε όσο μπορούσε...». Έτρεχε εκεί που τον έστελνε το Πνεύμα το Άγιο για να ανάπαυση τους «κοπιώντας και πεφορτισμένους». Ο πατήρ δεν ήταν «αεικίνητος» αλλά «πνευματοκίνητος». Είναι χαρακτηριστικό, ότι εμφανιζόταν σε πολλούς ή τους έπαιρνε τηλέφωνο την ώρα που τον είχαν ανάγκη. Μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά πέραν από αυτά που αναφέρονται σε άλλα σημεία του βιβλίου, είναι και τα ακόλουθα.
 

Εμφανιζόταν την ώρα που τον είχαν ανάγκη
 
Ένα διάστημα ο γιος της Κας Αγγελικής Α. είχε απομακρυνθεί από την εκκλησία λόγω κάποιου γεγονότος και παραμελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Η Κα Αγγελική στενοχωριόταν πολύ και έλεγε μέσα της. Παναγία μου δεν γίνεται να περάση από το σπίτι ο π. Νικόλαος να μας βοηθήση; Μία Κυριακή μεσημέρι, 2 η ώρα, την στιγμή που έτρωγαν χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο π. Νικόλαος. Είπε χαίρετε και χωρίς άλλη κουβέντα προχώρησε στην κουζίνα που βρισκόταν ο γιος της, μίλησε ιδιαιτέρως για λίγο μαζί του και μετά έφυγε χωρίς να πη τίποτε άλλο. Από εκείνη την στιγμή άρχισε μια αλλαγή στο παιδί, σιγά σιγά επέστρεψε στην εκκλησία και αργότερα έκανε καλή οικογένεια.
 
Ο σύζυγος της Κας Πότας Τ. έπασχε από καρκίνο. Ο π. Νικόλαος είχε πάει στο Νοσοκομείο και τον επισκέφθηκε με αγάπη. Αργότερα ο σύζυγος επέστρεψε σπίτι. Όταν ήταν στα τελευταία του πλέον και ενώ είχε μεσολαβήσει κάποιο διάστημα που δεν τον είχε επισκεφθεί κανείς, κτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας ο πατήρ κατά τις 6.30-7.00 μ.μ. Πήγε στον ετοιμοθάνατο του διάβασε κάποιες ευχές και μετά αναχώρησε. Μία ώρα αργότερα έφυγε ο σύζυγος της για την
αιωνιότητα ήσυχα σαν πουλάκι. Το περιστατικό αυτό έγινε στις 12/2/93.
 
Μια φορά η Κωνσταντίνα Σ. βρισκόταν στον Ναό και σκεπτόταν ότι χρειάζεται πνευματικά βιβλία για μία φίλη της. Εκείνη την ώρα μπαίνει ο πατήρ με μια τσάντα βιβλία και της λέει, πάρτα και δώστα, αν θέλης μπορείς να κράτησης κι' εσύ μερικά... Μία άλλη φορά, σε καιρό που η μητέρα της ετοιμαζόταν για εγχείρηση στα πόδια και το βάρος της νοσηλείας θα έπεφτε σ' αυτήν, χτύπησε το κουδούνι (έμενε τότε σε διαμέρισμα της οδού Ιπποκράτους) και όταν σήκωσε το θυροτηλέφωνο άκουσε «καλή δύναμη». Ήταν ο π. Νικόλαος που κείνη την ώρα έτρεχε σε διακονίες στην νότια πλευρά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Μέχρι να άνοιξη την πόρτα ο πατήρ είχε εξαφανισθεί.
 
Μία φορά η Κα Λαμπρινή Κ. και δύο άλλοι ενορίτες είχαν μία σοβαρή διαφωνία περί πνευματικού ζητήματος, έξω από τον Ναό. Εκείνη την στιγμή εμφανίσθηκε συμπτωματικά ο πατήρ, πήρε ιδιαιτέρως τον διαφωνούντα και τον συμβούλευσε με αγάπη. Το θέμα διευθετήθηκε αμέσως.
 
Η Γεωργία και ο Κος Διονύσης Θ., που τους πάντρεψε ο πατήρ, συζητούσαν ένα απόγευμα προσπαθώντας να κατανοήσουν κάτι που τους είχε πει. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατήρ Νικόλαος, που τους μίλησε για το συγκεκριμένο θέμα.
Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)


Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Καταγωγή, νεανικά χρόνια
Ο Νικόλαος Κογιώνης γεννήθηκε στις 27 Μαρ­τίου του έτους 1928 στο Νεοχώριο Αρκαδίας. Γονείς του ήσαν οι ευλαβείς Αρκάδες Ευάγγελος και Βασιλι­κή. Ο πατέρας του υπηρέτησε στην εκπαίδευση κάτω από αντίξοες συνθήκες αφήνοντας ανάμνηση ενός α­γίου και πράου δασκάλου. Η μητέρα του, κυρά Βασι­λική, ήταν αγράμματη κατά κόσμον, αλλά με «την κα­τά Θεόν» σοφία καθοδήγησε τα τέσσερα παιδιά της στον δρόμο της αληθινής Θεογνωσίας. Έλεγε τακτι­κά στα παιδιά της: Όταν έχετε κάποιο πρόβλημα θα πηγαίνετε και θα γονατίζετε κάτω από το άγιο καντή­λι μας! Υπήρχε εικονοστάσι στο σπίτι και εκεί φιλο­ξενούσαν και Ιερά Λείψανα χαρισμένα από την Ιερά Μονή Βαρσών. Κάποιο βράδυ είπε ο πατέρας στα παι­διά τους στενοχωρημένος: Παιδιά μου, η μητέρα σας δεν είναι καλά. Έχει υψηλή πίεση και δεν πέφτει με τίποτε. Ο γιατρός είπε θα πεθάνη. Το ίδιο βράδυ γο­νάτισαν και τα τέσσερα παιδάκια κάτω από το άγιο καντήλι τους και προσευχήθηκαν πολύ ώρα με δά­κρυα. Και το θαύμα έγινε. Η μητέρα τους άρχισε να παίρνη το καλύτερο και σε λίγο καιρό αποκαταστάθη­κε εντελώς η υγεία της.
Ο Νικόλαος είχε την ευλογία από τον Θεό να μεγαλώση σε ένα άγιο περιβάλλον πάππου προς πάπ­που. Το όνομά του πήρε από τον προπάππο του τον ά­γιο ιερέα παπά-Νικόλα, πατέρα του παππού του πάπα-Άγγελου. Ο παππούς ιερέας -πατέρας της μητέρας του- ο ευλαβέστατος και απλοϊκότατος πάπα-Άγγελος Οικονόμου* ήταν και ο εφημέριος του χωριού τους. Απ' αυτόν ο Νικόλαος εμπνεύστηκε από τα παι­δικά του κιόλας χρόνια να ακολουθήση τον δύσβατο δρόμο της Ιερωσύνης.
Από μικρό παιδάκι, ο Νικόλαος αρεσκόταν στην προσευχή και στη σιωπή. Βοηθούσε δε με χαρά τον παππού του στην εκκλησία συλλαβίζοντας τους ψαλ­μούς. Όταν επέστρεφε σπίτι προσπαθούσε να μιμηθή τον ιερέα παππού του. Έπαιρνε λεμονόφλουδες και κλωστή και με ένα τρόπο που ο ίδιος μόνο ήξερε, κα­τασκεύαζε θυμιατό και λιβάνιζε όλο το σπίτι λέγο­ντας σοβαρά: Κύριε Ελέησον, Κύριε Ελέησον, Κύ­ριε Ελέησον... Ένα Μεγάλο Σάββατο βράδυ τους πή­ρε βαθύς ύπνος. Ξαφνικά, ξυπνάει ο Νίκος και αρχί­ζει να φωνάζη: «Σηκωθείτε, σηκωθείτε να πάμε στην εκκλησία». Αυτή την εγρήγορση την κράτησε και την αύξησε στην ζωή του ο π. Νικόλαος. Σαν ιερέας, κατάκοπος την Κυριακή το μεσημέρι, έτρωγε μερικές φορές βιαστικά για να προλάβη λίγο να αναπαυθή προτού συνεχίσει το πάντα βαρυφορτωμένο πρόγραμμα ποιμαντικής διακονίας. «Σας παρακαλώ, λίγη ησυ­χία, δεν έχω πολύ χρόνο» έλεγε στους δικούς του. Ώ­σπου να πλαγιάση λίγο, άκουγαν οι δικοί του το ξυ­πνητήρι του να χτυπάη.
Μετά τα πρώτα παιδικά χρόνια, η οικογένεια του Νικολάου θα μετακομίση στην Τρίπολη. Εκεί θα γνωρίσουν τον φλογερό ιεροκήρυκα της μητροπόλεως π. Θεόδωρο Κωτσάκη, ο οποίος θα γίνη και ο πνευμα­τικός πατέρας της οικογένειας. Το πατρικό τους σπίτι γίνεται τόπος φιλοξενίας για περιοδεύοντες θεολό­γους ιεροκήρυκες. Αναπτύσσονται εκεί πνευματικές συζητήσεις. Ζουν όλοι, γονείς και παιδιά σε ατμό­σφαιρα αληθινής πνευματικής και φιλακόλουθης εκ­κλησιαστικής ζωής. Τακτικά, σαν έφηβος έπαιρνε τον μικρότερο αδελφό του Θεοδόσιο και με τα ποδήλατα πήγαιναν στο εξωκλήσι του Αϊ-Γιώργη, λίγο έξω απ' την Τρίπολη. Εκεί ώρες ατελείωτες κάτω απ' τα πεύκα διάβαζαν την Αγία Γραφή. Άλλοτε μαζί και με τις αδελφές τους έκαναν παράκληση ή χαιρετισμούς μέσα στο γραφικό εκκλησάκι. Ένα σπίτι που έχει στη­ριχθεί σε τέτοια πνευματικά θεμέλια θα αναδείξη δύο πρεσβυτέρες, ένα Θεολόγο και τον ιερέα π. Νικόλαο.

Φοιτητής
Στην ψυχή του Νικολάου ωριμάζει ο πόθος της Θεολογίας. Θα δώση εξετάσεις στην Θεολογική Σχο­λή Αθηνών όπου θα επιτύχη με πολλή καλή σειρά. Μαθαίνει την εισαγωγή του βόσκοντας τις γίδες τους. Από την χαρά του αρχίζει να τις χτυπάη με ένα ξύλο και όλοι μαζί εκεί στο αλώνι να χοροπηδούν. Είχε τε­λειώσει το Γυμνάσιο φορώντας κοντά παντελόνια. Σκεφτόταν πώς, όταν θα πήγαινε στην Αθήνα έπρεπε να ντυθή λίγο καλύτερα. Εκείνες τις ήμερες, κατά θαυμαστό τρόπο, η οικογένεια λαμβάνει ένα δέμα από μακρινούς συγγενείς της Αμερικής. Ανοίγουν το κου­τί και βλέπουν προς μεγάλη τους έκπληξη, ένα θαυμά­σιο καφέ παντελόνι και ένα ωραιότατο πράσινο σακά­κι ακριβώς στα μέτρα του Νίκου. Άντε, Νίκο, του λέ­ει η μητέρα του, σου έστειλε ο Θεός και κουστούμι. Και έκαναν όλοι το σταυρό τους. Θα αναχωρήση σύ­ντομα για την Αθήνα, φτωχός σε υλικά αγαθά αλλά πλούσιος σε αγάπη προς τον Θεό και σε πηγαία φυσι­κή καλοσύνη, απλότητα και καθαρότητα μικρού παι­διού. Στην Αθήνα θα διαμένη στο φοιτητικό Οικο­τροφείο «Απόστολος Παύλος» εργαζόμενος στο βι­βλιοδετείο της αδελφότητος θεολόγων η «ΖΩΗ» για να μην επιβαρύνη την οικογένειά του. Ως φοιτητής θα συνδεθή με ισχυρούς δεσμούς πνευματικής φιλίας με τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ.κ. Δημήτριο, τον αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. κ. Αναστάσιο, τον μητρο­πολίτη Κορέας κ. Σωτήριο κ.α. Εσπούδασε με ευλά­βεια την ιερή επιστήμη της Θεολογίας. Σεβόταν και αγαπούσε ιδιαιτέρως τον αείμνηστο καθηγητή Π. Τρεμπέλα (αλλά και ο καθηγητής ιδιαίτερα τον εκτι­μούσε, μεσολάβησε δε και για την χειροτονία  του στην Πάτρα, όπως θα δούμε). Ως φοιτητής εντυπωσία­ζε όλους με το ήθος, την ευγένεια, την  αγνότητα και την καλοσύνη, που αντανακλούσαν και στην ωραία νεανική εμφάνιση του και γενικά στην όλη του πα­ρουσία. Θα επιδοθή με ζήλο στο ιερό λειτούργημα του κατηχητού, σπέρνοντας στις νεανικές ψυχές το Θείο λόγο με φλόγα και παλμό. Το λειτούργημα αυτό θα το υπηρετήση συνεχώς μέχρι τα  τελευταία χρόνια της ζωής του.
Στην Αθήνα θα γνωρισθή με μεγάλες πνευματικές μορφές της εκκλησίας μας: μεταξύ άλλων, τους ιερο­κήρυκες αρχιμανδρίτες π. Χριστόφορο Παπουτσόπουλο, π. Σπυρίδωνα Μπιλάλη, π. Χαράλαμπο Δέδε, π. Γεώργιο Δημόπουλο, π. Λεωνίδα Διαμαντόπουλο, π. Θεόδωρο Μπεράτη. Αυτοί θα αποτελέσουν μέχρι το τέλος της ζωής του την χρυσή αλυσίδα των πνευματι­κών πατέρων και καθοδηγητών της ζωής του, τους ο­ποίους θα εμπιστεύεται και θα υπακούη απολύτως. Ο τελευταίος πνευματικός του, π. Θ. Μ. θα δηλώση μετά την κοίμηση του πατρός: «Ο π. Νικόλαος ήταν ο πνευματικός άνθρωπος, ο χαριτωμένος κληρικός, που ήλκυε πλουσίαν την χάριν του Θεού».

Καθηγητής, δημιουργία οικογένειας, χειροτονία
Ο αλησμόνητος καθηγητής
Το 1954 τοποθετείται αναπληρωτής καθηγητής στο Γυμνάσιο Πανόρμου Μυλοποτάμου της επαρχίας Ρεθύμνου Κρήτης. Εκεί θα υπηρετήση για ένα μόλις εξάμηνο, θα αφήση όμως έντονες αναμνήσεις (παρα­θέτουμε στο τέλος συγκινητική επιστολή μαθητού του της περιόδου αυτής, την οποία απέστειλε στο περιοδι­κό «Η Δράσις μας» μετά την κοίμηση του πατρός Νι­κολάου). Εν συνεχεία διορίζεται στην Τεγέα Τριπό­λεως, όπου θα υπηρετήση για έξη χρόνια. Οι μαθητές του τον ενθυμούνται με πολλή συγκίνηση ως τον πρό­σχαρο, τον ενθουσιώδη, και τον στοργικό θεολόγο τους, που τους ενέπνεε υψηλούς στόχους. Λέει χαρα­κτηριστικά μία παλιά του μαθήτρια: Μας μιλούσε πά­ντα μέσα απ' τη ψυχή του και τα λόγια του μας έδιναν δύναμη, χαρά, βλέπαμε στο πρόσωπο του τον ίδιο το Χριστό. Αυτό το αίσθημα, στο πρόσωπο του π. Νικο­λάου να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό, το είχαμε και πολλά πνευματικά παιδιά του μετέπειτα.
Γάμος
Το 1958 νυμφεύεται την ευλαβέστατη, και έκτοτε καρτερική συμπαραστάτρια και συνοδοιπόρο της ανη­φορικής του πορείας, Άννα, το γένος Τυπάλδου, δα­σκάλα από την Πάτρα. Η Άννα θα αφοσιωθή με τα­πείνωση και αυταπάρνηση στο έργο της ανατροφής των 6 παιδιών που θα αποκτήσουν, θα ελαφρύνη δε τον μετέπειτα ιερέα Νικόλαο από το βάρος των ποικί­λων οικογενειακών υποχρεώσεων, μετέχοντας συγ­χρόνως αθόρυβα σε έργα ιεραποστολής και προνοιακής μέριμνας. Το μυστήριο του γάμου θα τελεστή στον Άγιο Βασίλειο της οδού Μετσόβου Αθηνών στις 20 Ιουλίου. Για ένα διάστημα (περισσότερο από ένα χρόνο) η οικογένεια θα διαμένει στην Τρίπολη και ο Νικόλαος θα συνέχιση να εργάζεται στην Τεγέα.

Πόθος ιερωσύνης, εμπόδια, μεσολάβηση Π. Τρεμπέλα
Σφοδρή επιθυμία και ιερός πόθος του Νικολάου είναι να υπηρετήση την εκκλησία από τις τάξεις του κλήρου. Αρχική του επιθυμία ήταν να χειροτονηθή στην Αθήνα για να συνεισφέρη στην μεγάλη Ιεραπο­στολική προσπάθεια που γινόταν, καθώς σαν φοιτη­τής είχε διαπιστώσει την μεγάλη αύξηση του πληθυ­σμού και τις μεγάλες ανάγκες του ποιμνίου. Όμως πα­ρουσιάζονται εμπόδια και με υπόδειξη πνευματικών ανθρώπων θα καταφύγη στην μητρόπολη Πατρών. Στον μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο Πλατή θα τον συστήση ο Καθ. Π. Τρεμπέλας, ο οποίος τον εγνώριζε και τον εκτιμούσε από τα φοιτητικά του χρό­νια. Λίγο αργότερα, όταν θα έχει δρομολογηθή η χει­ροτονία του Νικολάου θα του στείλει την έξης ωραία επιστολή με ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 1960 (φωτοτυ­πία της επιστολής παραθέτουμε σε χωριστή σελίδα). «Αγαπητέ μοι, όταν θα λάβης την επιστολήν μου θα έχεις ήδη χειροτονηθή. Βασισθείς εις την ευσέβειάν σου και τον σεμνόν χαρακτήρα σου, αλλά και εις την ευσέβειαν και τον χριστιανικόν βίον των γονέων σου και όλου του πατρικού σου οίκου, ανέλαβον την ευθύνην να σε συστήσω εις τον άγιον Πατρών, εις τον οποίον και προφορικώς προσέθεσα ό,τι θα σε καθιστά παρ' αυτώ αγαπητόν και άξιον χειροτονίας. Τούτο ί­σως διά δευτέραν ή το πολύ τρίτην φοράν έπραξα εις την ζωήν μου. Σου εύχομαι λοιπόν εξ' όλης καρδίας να παρασταθής καθ' όλον σου τον βίον άξιος λειτουρ­γός του θυσιαστηρίου, μετά φόβου και ευλάβειας ου μόνον απαραμειώτου, αλλά και ολονέν τελειοποιουμένης προσεγγίζον εις αυτό. Είμαι περισσότερον υπεύ­θυνος διά σε ενώπιον του Θεού παρ' όσον ο χειροτονήσας σε, διότι και εις την ιδικήν μου μαρτυρίαν εβασίσθη. Προσεύχου λοιπόν και πάλιν προσεύχου και νήφε εν πάσι και πρόσεχε σεαυτώ, ίνα μήποτε ρήμα τι κρυπτόν γένηται έν τη καρδία σου ανόμημα. Και μνη­μόνευε και της εμής αθλιότητος εν τω θυσιαστηρίω προς Κύριον. Φύλαττε σεαυτόν αγαπητέ μοι, από τον φοβερόν κίνδυνον της συνήθειας εξ' ενός και του ε­γωισμού εξ οιήσεως εξ ετέρου. Έσο πάντοτε ταπει­νός, προσεκτικός εις το εσωτερικόν σου και αφιλάργυρος εις τον τρόπον, ίνα δίδης το καλόν παράδειγμα εις τους χριστιανούς. Σε ασπάζομαι εν Κυρίω θερμώς. Π. Τρεμπέλας».
Ο Νικόλαος σαν ιερέας θα αναδειχθή άξιος ή μάλ­λον ανώτερος των προσδοκιών και όχι μόνο θα μνημο­νεύη ευγνωμόνως τον σεβαστό του καθηγητή και ενώ­πιον του θυσιαστηρίου, αλλά ο αγαθός Θεός θα οικονομήση τα πράγματα ώστε 17 χρόνια αργότερα, να προπέμψει αυτός στην αιωνιότητα τον μέγιστο αυτό σύγχρονο θεολόγο, δίνοντας του την τελευταία θεία κοινωνία στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας Αθηνών.

Χειροτονία στην Πάτρα
Ο μητροπολίτης Πατρών κ. κ. Κωνσταντίνος θα δεχθεί με χαρά την υποψηφιότητα του Νικολάου. Σε επιστολή του με ημ/νία 22/9/1959 γράφει μεταξύ άλ­λων, «Αγαπητέ μου κ. Ν. Κογιώνη, ..., Φρονώ, εκ των μέχρι τούδε, ότι ο Κύριος ευνοεί το ζήτημα σας. Ενώ ποικίλαι σκέψεις διήρχοντο της διανοίας μου προς εξεύρεσιν τρόπου ταχυτέρας λύσεως και αξιοποιήσεως τούτου, αίφνης ο θάνατος ιερέως ιερού Ναού της πό­λεως Πατρών προώθησε το ζήτημα... προσεύχεσθε εις τον Κύριον, ίνα γίνει το Αγ. θέλημα Του, εξουδετερώνων κάθε εμπόδιον του πονηρού...». Σε επόμενη ε­πιστολή με ημ/νία 16/10/1959 γράφει: «... ευχαρίστως σας αναγγέλω ότι κατόπιν προηγηθείσης συζητήσεως μετά του Σεβασμιωτάτου Μαντινείας, έλαβον... την έγγραφον συγκατάθεσίν του διά την χειροτονίαν σου... Διά τούτο, εφ' όσον... ο Θεός δεικνύει διά των πραγμάτων το Άγιον Θέλημά Του, είναι ανάγκη να ε­τοιμάζεσαι αφ' ενός ψυχικώς και πνευματικώς διά των καταλλήλων σκέψεων διά την άνοδόν σου εις το Θείον υπούργημα εις ο καλείσαι και διά τας αναληφθεισομένας ευθύνας απέναντι Θεού και ανθρώπων, αφ' ετέρου δε ατομικώς και οικογενειακώς ...».
Μετά τις ανωτέρω ευνοϊκές εξελίξεις η χειροτονία προχωρεί ανεμπόδιστα. Στις 10/1/60 χειροτονείται στον ιερό Ναό Παντανάσσης διάκονος και στις 30/1/60, ανήμερα των τριών Ιεραρχών, ιερεύς, από τον α­είμνηστο μητροπολίτη Πατρών κυρό Κωνσταντίνο (Πλατή). Στην Πάτρα επιβάλλεται ως ιεροκήρυκας με τα φλογερά του κηρύγματα, ως στοργικός πνευματι­κός (όπως πληροφορηθήκαμε, κατά την εξομολόγηση οι πιστοί σχημάτιζαν ουρές), και ως κατηχητής πλή­θους παιδιών, πρωτοστατών σε ποικίλες εξορμήσεις αγάπης. Ο μακαριστός μητροπολίτης Κωνσταντίνος αγαπούσε πολύ και εκτιμούσε τον νεαρό πρεσβύτερο. Όταν επισκεπτόταν τον Ι. Ναό Παντανάσσης αρνείτο να κηρύξη παρουσία του. Έλεγε, εσύ π. Νικόλαε θα μιλήσης! Όμως και ο π. Νικόλαος έτρεφε βαθειά ευγνωμοσύνη και αγάπη στον μητροπολίτη. Η αγάπη εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως και μετά την κοίμηση του τελευταίου, όπως αναφέρουμε σε άλλα σημεία.

Από την Πάτρα στην Αθήνα
Η διακονία του π. Νικολάου στην Πάτρα θα διαρκέση 10 χρόνια. Ο πατήρ δεν είχε ξεχάσει την αρχι­κή του επιθυμία να έλθη στην Αθήνα, συγχρόνως δε άρχισε να έχει ενοχλήσεις (βρογχικά) από το υγρό κλίμα των Πατρών. Ίσως αυτό το θεώρησε σημάδι από Θεού για την μετακίνηση του στην Αθήνα. Ίσως να υπήρξαν και άλλοι λόγοι: στην Πάτρα ο πατήρ σύ­ντομα απέκτησε φήμη αξίου και ενάρετου κληρικού και πιθανόν αυτό να μην άρεσε στον ταπεινό π. Νικό­λαο, ο οποίος ήθελε να διακονήση τον λαό του Θεού αθόρυβα ως άσημος «παπάς». Τους ακριβείς λόγους δεν τους γνωρίζουμε, ένα πάντως είναι σίγουρο ότι συμβουλεύθηκε τον πνευματικό του γι' αυτή του την απόφαση. Η απόφαση αυτή, όπως ήταν φυσικό, λύπη­σε τον μητροπολίτη κ. Κωνσταντίνο, όμως αυτός δεν αντιτάχθηκε και μάλιστα τον διευκόλυνε. Έτσι ο π. Νικόλαος από το 1970 θα έλθη στην Αθήνα και με­τά από ένα χρόνο εφημερίας στον Άγιο Γεώργιο Α­καδημίας Πλάτωνος ο Θεός θα οδηγήση τα βήματά του στον Άγιο Ελευθέριο πεδίου του Άρεως (Γκύζη).
Η Κα Ελένη Ξ. απ' τα Χανιά θυμάται με συγκίνη­ση τον καιρό που ως νεαρή κοπέλα έμενε στην Αθή­να και εκκλησιαζόταν στον Άγιο Γεώργιο Ακαδη­μίας Πλάτωνος. Την είχε εντυπωσιάσει ο νέος ιερέας με τα αγνό βλέμμα και της έχει μείνει χαραγμένη η έκφραση του προσώπου του, όταν έστρεφε το βλέμμα του στην εικόνα του Χριστού. Παρ' όλο που έμενε σε άλλη περιοχή, στην Κολοκυνθού, επεδίωκε να εκκλη­σιάζεται στον Αγ. Γεώργιο για να μην χάνει τις ομι­λίες του πατρός, που της άρεσαν πάρα πολύ. Εκείνη την περίοδο αισθανόταν έντονη μελαγχολία και κατέ­φυγε στο πετραχήλι του πατρός. Θυμάται ότι τα προ­βλήματα της διαλύθηκαν με μιας και για ένα διάστη­μα αισθανόταν μεγάλη χαρά.

Στον Άγιο Ελευθέριο Γκύζη
Στον Άγιο Γεώργιο ο π. Νικόλαος ήταν προϊστά­μενος του Ναού και αυτό τον λυπούσε, διότι οι διοι­κητικές ευθύνες του αφαιρούσαν χρόνο από την δια­κονία του ποιμνίου. Στον Άγιο Ελευθέριο τοποθετή­θηκε σαν απλός εφημέριος, όπως δηλαδή το επιθυμού­σε. Ο Άγιος Ελευθέριος είναι μία από τις μεγαλύτε­ρες ενορίες της Αθήνας (κατ' εκτίμηση 80.000-100.000 ενορίτες). Ο π. Νικόλαος θα διακονήση τον λαό του Θεού της αχανούς αυτής ενορίας με συγκινη­τική αυταπάρνηση. Υπακούοντας στον πνευματικό του δεν θα υποβάλη παραίτηση για συνταξιοδότηση και θα συμπλήρωση 35 χρόνια αδιάλειπτης διακονίας. Στην διάρκεια αυτής της διακονίας θα οργώση κυριο­λεκτικά όλους τους δρόμους και θα χτυπήση επανει­λημμένως όλες τις πόρτες μεταφέροντας το μήνυμα του Ευαγγελίου. Ο θάνατος θα τον βρή όρθιο στο έρ­γο της διακονίας του ποιμνίου.

* Διασώζεται το έξης χαριτωμένο περιστατικό: όταν ο παπά-Άγγελος έβλεπε να παίρνουν τα μουλάρια του γειτονικού μονα­στηρίου Βαρσών έλεγε στα εγγόνια του: Σηκωθείτε όρθιοι, κάνετε υπόκλιση, περνούν τα καλογερικά μουλάρια!

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη