Εορτολόγιο

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Προϋποθέσεις της Θεογνωσίας β΄μέρος(† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ)



5. Η ταπείνωση του νου

Ο αυτονομημένος νους, δηλαδή η λογική του ανθρώπου στην κατάσταση της πτώσης, δεν μπορεί να δει τα πράγματα του Θεού με την απαραίτητη καθαρότητα· είναι σκοτισμένος και πρέπει να καθαρθεί. Τότε θα μπορέσει να δεχθεί τη διδαχή του Χριστού.
Το κήρυγμα των αποστόλων είχε σαν κύριο στόχο την «εν Χριστώ κοινωνία», την προσωπική σχέση με τον Χριστό και την «εν Χριστώ» δόξα (Πράξ. δ' 12. ε' 28-32). Στό πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε η θεότητα με την ανθρωπότητα (Ιω. α' 14. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 15) και πραγματοποιήθηκε αληθινή κοινωνία του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό· γιατί όπου είναι ο Υιός, εκεί είναι και ο Πατήρ, εκεί και το Άγιο Πνεύμα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον άνθρωπο: είναι αχώριστα ενωμένος με το λόγο του και το πνεύμα του· μόνο που στην περίπτωση του Θεού ο Λόγος και το Πνεύμα είναι «ενυπόστατα», έχουν δηλαδή δική τους υπόσταση! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να φθάσει με τις δικές του δυνάμεις σ' αυτή τη Θεοκοινωνία· την πραγματοποίησε ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού με την «κενωτική» Του αγάπη, που ξεπέρασε κάθε όριο επάνω στο Σταυρό (Φιλ. β' 5-8).
Το κήρυγμα αυτό δεν μπόρεσαν να το δεχθούν ούτε οι Ιουδαίοι ούτε οι Εθνικοί της εποχής των αποστόλων· η ενσάρκωση του Λόγου και ιδιαίτερα ο Σταυρός του Χριστού ήταν για τους πρώτους σκάνδαλο και για τους δεύτερους μωρία. Δεν μπόρεσαν να ερμηνεύσουν το Σταυρό ως καύχημα και δόξα (Γαλ. στ' 14. Ιω. ιβ' 32)• ήταν αληθινή πρόκληση για την ανθρώπινη λογική (Α' Κορ. α' 18).
«Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες ζητούν σοφία, εμείς όμως κηρύττουμε Χριστόν εσταυρωμένον· για τους Ιουδαίους μεν σκάνδαλο, για δε τους Έλληνες μωρία· αλλά για τους καλεσμένους, Ιουδαίους και Έλληνες, ο Χριστός είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία. Γιατί αυτό που θεωρείται θεία μωρία, είναι σοφότερο από τη σοφία των ανθρώπων και εκείνο που θεωρείται αδυναμία του Θεού, είναι ισχυρότερο από τη δύναμη των ανθρώπων» (Α' Κορ. α' 22-25. Πρβλ. Γαλ. ε' 11).
Ο απόστολος προκαλεί εδώ, γιατί δεν αισθάνεται την ανάγκη να προσαρμόσει το κήρυγμά του στην ανθρώπινη φιλοσοφία, η οποία απολυτοποιεί τον νου που έχει σκοτισθεϊ από την αμαρτία και δεν αναγνωρίζει την αναγκαιότητα μιας «κεκαθαρμένης διανοίας» και της «ανακαίνισης του νου» στο φως του Αγίου Πνεύματος. Σκοπός του δεν είναι να στηρίξει την πίστη με ανθρώπινα επιχειρήματα, αλλά να την θεμελιώσει στη θεία δύναμη• δεν ήθελε ανθρώπους εγγυητές, αλλά τον ίδιο τον Θεό· κήρυττε «τη μυστική σοφία του Θεού, η οποία ήταν κρυμμένη και την οποία ο Θεός προώρισε προ αιώνων για τη δική μας δόξα» (Α' Κορ. β' 4-7).
Η μυστική αυτή σοφία δεν αποκαλύπτεται στους «σοφούς και συνετούς» του κόσμου τούτου, αλλά στα «νήπια» (Ματθ. ια' 25. Λουκ. ι' 21), στα «μωρά του κόσμου», στα «αγενή» και εξουθενημένα», ώστε «κανείς άνθρωπος να μη μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού (Α' Κορ. α' 27-29). Ο αυτονομημένος άνθρωπος δεν θα ικανοποιήσει ποτέ την πνευματική του δίψα, γιατί απαιτεί, τα πράγματα του Θεού να προσαρμοσθούν πλήρως στις δυνατότητες της ανθρώπινης σκέψης. Όμως ο Θεός δεν γνωρίζεται με τον τρόπο που επιθυμεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό. Για να φθάσει ο άνθρωπος στη Θεογνωσία, πρέπει να ταπεινώσει το νου του.


6. Η διδαχή του Χριστού
Αν ο άνθρωπος έχει αγνή διάθεση και αγάπη για τον Θεό, θα επιθυμήσει την κάθαρση από τα πάθη και θα ταπεινώσει το νου του μπροστά στη Θεία βούληση και στη Θεία αγάπη. Θα ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού και θα εναρμονίσει μ' αυτή ολόκληρη τη ζωή του. Τη διδαχή του Χριστού κήρυξαν οι προφήτες και οι απόστολοι· όποιος αγαπάει τον Θεό Τον αφήνει να μιλήσει στη ζωή του και ακολουθεί τη φωνή Του. «Εμείς είμαστε από τον Θεό. Όποιος γνωρίζει τον Θεό, μας ακούει. Όποιος δεν είναι από τον Θεό, δεν μας ακούει. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουμε το Πνεύμα της αληθείας από το πνεύμα της πλάνης» (Α' Ιω. δ' 6).
«Πας ο πιστεύων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»· όποιος παραβαίνει και δεν μένει στη διδαχή του Χριστού, δεν έχει Θεό· «εκείνος που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον Υιόν» (Β' Ιω. 9)· «εκείνος που πράττει το καλό (ο αγαθοποιών), είναι εκ του Θεού· ο δε κακοποιών δεν έχει ιδεί τον Θεό» (Γ' Ιω. 11).
«Εάν επιθυμείς αληθινά τη θεωρία των μυστηρίων, εξάσκησε με έργα τις εντολές και όχι ερευνητικά και με τη μάθηση· η πνευματική θεωρία ενεργεί μέσα μας στον τόπο που είναι καθαρός· και ζήτησε πρώτα να μάθεις πώς μπορείς να εισέλθεις σ' αυτόν τον τόπο της καθαρότητος και κατόπιν άρχισε το έργο» (Ισαάκ ο Σύρος). Οποιος λοιπόν επιθυμεί να γνωρίσει τον Θεό, πρέπει να γίνει άνθρωπος αγάπης, να ανταποκριθεί δηλαδή ελεύθερα στην αγάπη του Θεού με τη δική του αγάπη. Όμως για να το κάνει αυτό με συνέπεια πρέπει να επιθυμεί την ελευθερία του από τα πάθη και να αγωνίζεται ν' απαλλαγεί από αυτά, πρέπει να έχει αληθινά αγαθή πρόθεση, να «διψάει» για τον Θεό και να εγκαταλείψει την αυτονομία του, να ταπεινωθεί και να ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού, όχι τη «συνταγή του όφεως»!


7. Η δύναμη του Πνεύματος

Με την πτώση του ανθρώπου σκοτίστηκε και ο νους του και δεν μπορεί να «δει» καθαρά. Όμως με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος καθοδηγείται και ο νους μας· απαλλάσσεται από την επήρεια του Διαβόλου και οδηγείται στην σωτήρια αλήθεια του Θεού.
Η γνώση στην οποία ο άνθρωπος οδηγείται με την επιστήμη δεν είναι η σωτήριος αλήθεια, γιατί είναι κτιστής τάξης, πρόκειται για την κατανόηση της «κτιστής αλήθειας». Τέτοια είναι η γνώση της ιατρικής, της βιολογίας, της γεωγραφίας κ.ο.κ. Η επιστήμη λοιπόν, που στηρίζεται στις ανθρώπινες προσπάθειες, έχει ως στόχο την «κτιστή» πραγματικότητα, δεν ξεπερνάει την δημιουργία, ώστε να ανακαλύψει τον Θεό ή και να προσδιορίσει τις προσωπικές του σχέσεις με τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει πως κανείς άνθρωπος, οσοδήποτε κι αν έχει προχωρήσει στη διερεύνηση της δημιουργίας, δεν αποκτά το δικαίωμα, στο όνομα της επιστημονικής του ικανότητας, να έχει μια οποιαδήποτε βαρύνουσα γνώμη για τις άκτιστες αλήθειες του Θεού. Οι όποιες απόψεις του, θα είναι καρπός των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, όχι αποτέλεσμα «επιστημονικής» έρευνας.
Η βάση αυτή μας βοηθεί να κατανοήσουμε, γιατί πολλοί άνθρωποι, που διέπρεψαν στην επιστήμη, δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο για την «αλήθεια και τη ζωή» (Ιω. ιδ' 6), γιατί ένας άθεος μπορεί εξίσου να είναι μεγάλος επιστήμονας, όπως και ένας πιστός!
Στην γνώση των πραγμάτων του Θεού, στην αληθινή Θεογνωσία, δεν οδηγεί το πνεύμα του ανθρώπου, αλλά το Άγιο Πνεύμα, η Θεία αποκάλυψη (πρβλ. Ιακ. γ' 13-19). Το Πνεύμα του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο στην επίγνωση της άκτιστης αλήθειας. Έτσι ο Θεός δεν ανακαλύπτεται, αλλά αποκαλύπτεται.
Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές των ανθρώπων, η «γνώση του Θεού», η Θεία αποκάλυψη, ολοκληρώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού· «εν Υιώ» ελάλησε σε μας ο Θεός στις έσχατες αυτές ήμερες·  «η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εδόθη» (Εβρ. α' 1. Ιω. 17).
Ο Χριστός, στο αποχαιρετιστήριο κήρυγμά του προς τους αποστόλους, μίλησε για άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ' 16), δηλαδή για το Άγιο Πνεύμα, που θα «ελέγξει τον κόσμο» (Ιω. ιστ' 8) αναφορικά με την πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και τη σχέση Του προς τον Πατέρα. «Έχω πολλά ακόμη να σας πω», πρόσθεσε ο Κύριος, «αλλά δεν μπορείτε να τα βαστάξετε τώρα. Αλλ' όταν έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θα σας οδηγήσει εις όλη την αλήθεια, διότι δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του, αλλά θα πει όσα ακούσει και θα σας αναγγείλει εκείνα που μέλλουν να συμβούν. Εκείνος θα δοξάσει εμέ, διότι θα πάρει από ό,τι είναι δικό μου και θα σας το αναγγείλει. Όλα όσα έχει ο Πατήρ μου, είναι δικά μου» (Ιω. ιστ' 12-16).
Οι απόστολοι ήταν πάντοτε κοντά στο Χριστό, άκουαν συνέχεια τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματα· όμως με τις δικές τους ικανότητες στάθηκε αδύνατο να γνωρίσουν την αλήθεια για το πρόσωπο του Χριστού· έπρεπε να τους το αποκαλύψει ο ίδιος ο Θεός! (Ματθ. ιστ' 17)· πριν από την πεντηκοστή δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν τον Κύριο και να αντιληφθούν τη δόξα Του. Ακόμη και οι τρεις μαθητές που παραβρέθηκαν στο όρος της μεταμόρφωσης δεν έζησαν ολόκληρο το μεγαλείο της δόξης του Χριστού, αλλά μόνο ένα μέρος, «καθώς ηδύναντο»! (Απολυτίκιο της μεταμορφώσεως. Προβλ. Ιω.: 12-16).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο αναστημένος Κύριος παραγγέλλει στους αποστόλους να περιμένουν στην Ιερουσαλήμ ώσπου να ενδυθούν «δύναμη εξ ύψους» (Λουκ. κδ' 49). Μόνο τότε θα μπορέσουν να είναι «μάρτυρές» Του στην Ιερουσαλήμ και... μέχρι των περάτων της γης» (Πράξ. α' 8). Πράγματι οι απόστολοι άρχισαν μετά την πεντηκοστή το κήρυγμα χωρίς πια κανένα φόβο για τους διωγμούς των Ιουδαίων και των Εθνικών: με δύναμη και εξουσία (Πράξ. δ' 1-20)· «ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α' Κορ. ιβ' 3).
Έτσι το κήρυγμα των αποστόλων δεν γινόταν «με πειστικούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με πειθώ Πνεύματος και δυνάμεως, διά να μην είναι η πίστη μας θεμελιωμένη επάνω στη σοφία των ανθρώπων, αλλά στη δύναμη του Θεού... Εμείς δε δεν ελάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από τον Θεό, για να γνωρίσουμε εκείνα που μας εχαρίσθησαν από τον Θεό... O φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, γιατί γι' αυτόν είναι μωρία, δεν μπορεί να το καταλάβει, διότι πρέπει να εξετασθούν πνευματικά. Αλλ' ο πνευματικός άνθρωπος κρίνει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν κρίνεται από κανέναν. «Γιατί ποιος εγνώρισε τη σκέψη του Κυρίου, ώστε να Τον διδάξει; Εμείς όμως έχουμε νουν Χριστού» (Α' Κορ. β' 4-16. πρβλ. Ησ. μ' 13).
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Ορθοδοξία μας»
Αγοράστε το online εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου