Εορτολόγιο

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Μια ματιά στον ψυχικό κόσμο των αγίων Ιωακείμ και Άννας

Μια ματιά στον ψυχικό κόσμο των αγίων Ιωακείμ και Άννας

saints joachim and hannahΟ Ιωακείμ και η Άννα δεν ήθελαν παιδί “εγωιστικά”, ούτε ψυχολογικά ή συναισθηματικά. Δεν ήθελαν να γεννήσουν παιδί  για τον εαυτό τους, αλλά για τον Κύριο. Η τεκνογονία θεωρούνταν τότε “υποχρέωση” απέναντι στον Θεό. Εκεί ακριβώς συνίσταται η ντροπή και το “όνειδος” της ατεκνίας. Το θαυμάσιο αυτό ζεύγος, ο Ιωακείμ και η Άννα, όχι μόνο ήταν πολύ αγνοί και ελεήμονες και το σπίτι τους ήταν καταφύγιο και λιμάνι για κάθε πονεμένο, αλλά και πέρασαν τη ζωή τους με εξαντλητικές προσευχές παρακαλώντας να ευαρεστήσουν τον Θεό. Δεν είχαν καθόλου σαρκικό ή κοσμικό φρόνημα. Μόνη τους έγνοια ήταν να ευαρεστήσουν τον Θεό. Παρακαλούσαν τον Θεό όχι για κάτι δικό τους, αλλά για κάτι δικό Του! Απίστευτο! Τί ζήλος! Προσέξτε! Δεν παρακαλούσαν τον Θεό να εκπληρώσει δικό τους θέλημα, αλλά δικό Του! Αντί να ξεγνοιάσουν λίγο και να ξεκουραστούν οι άνθρωποι και “να ζήσουν τη ζωή τους”, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο – δυνατό ή αδύνατο - να ευαρεστήσουν τον Κύριο. Αν είναι πίστη το να ζητάμε κάτι εύλογο για μάς, για δική μας διευκόλυνση και παρηγοριά, πόσο περισσότερο πίστη και ασύγκριτα πιο αξιέπαινο είναι να κουραζόμαστε και να παιδευόμαστε να ζητάμε κάτι αποκλειστικά για το θέλημα του Θεού; Σχεδόν αδιανόητο είναι κάτι τέτοιο για τον κόσμο.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΙΑ ΑΓΑΠΗ;

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΙΑ ΑΓΑΠΗ;

Κυριακή της Απόκρεω


Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε' 31-46.
ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΙΑ ΑΓΑΠΗ;

«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»(Ματθ. κε' 40).
1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310 212659 

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Οικουμενισμός - Συγκρητισμός Σχέδια διαβόλων

Γέρων Παΐσιος

Γέρων Παΐσιος


Οικουμενισμός - Συγκρητισμός Σχέδια διαβόλων Του Γέροντος Παΐσίου του Αγιορείτου
Οικουμενισμός, και κοινή αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους. Αυτά είναι σχέδια διαβόλων. Οι Σιωνιστές ετοιμάζουν κάποιον για Μεσσία. Γι' αυτούς ο Μεσσίας είναι βασιλιάς, δηλαδή θα κυβερνήση εδώ στην γη. Οι Ιεχωβάδες και αυτοί αποβλέπουν σε έναν βασιλιά επίγειο. Θα παρουσιάσουν οι Σιωνιστές έναν, και οι Ιεχωβάδες θα τον δεχθούν. Θα πουν «αυτός είναι». Θα γίνη μεγάλη σύγχυση. Μέσα στην σύγχυση αυτή όλοι θα ζητούν έναν Μεσσία, για να τους σώση. Και τότε θα παρουσιάσουν κάποιον που θα πη: «Εγώ είμαι ο Ιμάμης, εγώ είμαι ο πέμπτος Βούδας, εγώ είμαι ο Χριστός που περιμένουν οι Χριστιανοί, εγώ είμαι αυτός που περιμένουν οι Ιεχωβάδες, εγώ είμαι ο Μεσσίας των Εβραίων». Πέντε «εγώ» θα έχη!... (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τ. Β'- Πνευματική αφύπνιση, Ι. Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θες/νίκης 1999,σ.176)   

Μου έκανε εντύπωση αυτό που μου είπε ένας επίσκοπος από το Πατριαρχείο. Του είχα πεί: « Μα τι κατάσταση είναι αυτή; Από την μια ο Οικουμενισμός, από την άλλη ο Σιωνισμός, ο σατανισμός!...Σε λίγο θα προσκυνούμε τον διάβολο με τα δυό κέρατα αντί για τον δικέφαλο αετό». «Σήμερα, μου λέει, δύσκολα βρίσκεις επισκόπους σαν τον επίσκοπο Καισαρείας Παΐσιο τον Β'». Ο Παΐσιος ο Β' τι έκανε; Πήγαινε στον Σουλτάνο για τα αιτήματά του με ένα σχοινί δεμένο στην μέση, αποφασισμένος δηλαδή να τον κρεμάσουν οι Τούρκοι. Σαν να έλεγε στον Σουλτάνο: «Μην ψάχνης σχοινί και χασομεράς ˙ άμα θέλης να με κρεμάσης, έτοιμο το έχω το σχοινί»...Βλέπετε πως τους έφερνε σβούρα; Κι αυτό, γιατί είχε αποφασίσει τον θάνατο. Αν δεν αποφασίση κανείς τον θάνατο, τίποτε δεν γίνεται. Όλα από ‘κεί ξεκινούν. (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, έ.ά., σ.230-232)  

Γίνεται ειρήνη με αμαρτωλό συνεταιρισμό;
 
Τα βιβλία των Μακκαβαίων να τα διαβάσετε όλα. Είναι πολύ δυνατά. Τι διαταγή είχε δώσει ο Βασιλιάς! Να καταπατήσουν οι ελέφαντες τους Ισραηλίτες! Πήγαν οι άλλοι, ετοίμασαν την τελετή, πότισαν πεντακόσιους ελέφαντες με δυνατό κρασί και λιβανωτό, για να τους εξαγριώσουν, και περίμεναν τον Βασιλιά να παρουσιασθή, για να αρχίσουν την τελετή. Αλλά ο βασιλιάς είχε ξεχάσει την διαταγή που έδωσε. Πηγαίνει ο ελεφαντάρχης να ειδοποιήση τον βασιλιά, γιατί δεν είχε παρουσιασθή ακόμη. «Βασιλιά, του λέει, σε περιμένουμε. Όλα τα έχουμε έτοιμα ˙ τους ελέφαντες, τους Ιουδαίους, οι προσκαλεσμένοι περιμένουν». «Ποιος σας είπε να κάνετε τέτοιο πράγμα;», του λέει! Φωνές, απειλές... Και αυτό δεν έγινε μια φορά αλλά τρείς (*). Μικρό πράγμα ήταν να ξεχάση ο βασιλιάς την εντολή που είχε δώσει ο ίδιος; Και όχι μόνον αυτό αλλά τελικά άλλαξε όλη την στάση του προς τους Ιουδαίους. Όλη η βάση εκεί είναι: Να μετανοήση ο κόσμος. -Γέροντα οι σύλλογοι ειρήνης που ιδρύονται από διάφορα κράτη βοηθούν για την ειρήνη στον κόσμο; -Εξαρτάται. Είναι και μερικοί που ξεκινούν με καλή διάθεση. Αλλά, όταν μαζεύωνται τι μάγοι, τι πυρολάτρες, τι Προτεστάντες, ένα σωρό - άκρη δεν βρίσκεις -, για να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο, πώς να βοηθήσουν; Ο Θεός να με συγχωρέση, αυτά είμαι κουρελούδες του διαβόλου. Γίνεται ειρήνη με αμαρτωλό συνεταιρισμό; Πως μπορεί να έρθη η ειρήνη, όταν οι άνθρωποι δεν συμφιλιωθή με τον Θεό; Μόνον όταν συμφιλιωθή ο άνθρωπος με τον Θεό, έρχεται και η εσωτερική ειρήνη και η εξωτερική. Για να συμφιλιωθή όμως ο άνθρωπος με τον Θεό, πρέπει να έρθη σε συναίσθηση, να μετανοήση, να ζη σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, και τότε έρχεται η Χάρις και η ειρήνη του Θεού μέσα του, οπότε μπορεί να βοηθήση και για την ειρήνη γύρω του. (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, έ.ά.,   σ.   355-356)   

Διακοπή μνημοσύνου του πατριάρχου
 
Ιδιαιτέρως σεβόταν τον Οικουμενικό θρόνο. Αναγνώριζε την πανορθόδοξη αποστολή του και κατανοούσε την δύσκολη θέση που βρίσκεται. Προσευχόταν πολύ και τον υπερασπίστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις.  Από το Στόμιο είδαμε τον Γέροντα σφοδρό πολέμιο των αιρέσεων. Στα θέματα της πίστεως ήταν ακριβής και ασυγκατάβατος.  Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία, γι' αυτό δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με πρόσωπα μη ορθόδοξα. Τόνιζε: «Για να συμπροσευχηθούμε με κάποιον, πρέπει να συμφωνούμε στην πίστη». Διέκοπτε τις σχέσεις του ή απέφευγε να δη κληρικούς που συμμετείχαν σε κοινές προσευχές με ετεροδόξους. Τα «μυστήρια» των ετεροδόξων δεν τα αναγνώριζε και συμβούλευε οι προσερχόμενοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να κατηχούνται καλά πριν βαπτισθούν.  Καταπολέμησε τον οικουμενισμό και μιλούσε για το μεγαλείο και την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, την πληροφορία του αρυόμενος από την εν καρδία του θεία χάρι. Ο βίος του αποδείκνυε την υπεροχή της Ορθοδοξίας.  Για ένα διάστημα είχε διακόψει, μαζί με όλο σχεδόν το υπόλοιπο Άγιον Όρος, το μνημόσυνο του πατριάρχου Αθηναγόρα για τα επικίνδυνα ανοίγματά του προς τους Ρωμαιοκαθολικούς. Αλλά το έκανε με πόνο: «Κάνω προσευχή», είπε σε κάποιον, «για να κόβη ο Θεός μέρες από μένα και να τις δίνη στον πατριάρχη Αθηναγόρα, για να ολοκληρώση την μετάνοιά του».  Για τους Αντιχαλκηδονίους (μονοφυσίτες) είπε: «Αυτοί δεν λένε ότι δεν κατάλαβαν τους αγίους Πατέρες, αλλ' ότι οι άγιοι Πατέρες δεν τους κατάλαβαν. Δηλαδή σαν να έχουν αυτοί δίκαιο και τους παρεξηγήσανε».Χαρακτήρισε ως βλασφημία κατά των αγίων Πατέρων την προτεινόμενη κάθαρση των Λειτουργικών βιβλίων από τον χαρακτηρισμό του αιρετικού για τον Διόσκορο και Σεβήρο. Είπε: «Τόσοι άγιοι Πατέρες που είχαν θείο φωτισμό και ήταν σύγχρονοι δεν τους κατάλαβαν και τους παρεξήγησαν, και ερχόμαστε εμείς μετά από τόσους αιώνες να διορθώσουμε τους αγίους Πατέρες; Αλλά και το θαύμα της αγίας Ευφημίας δεν το υπολογίζουν; Και αυτή παρεξήγησε τον τόμο των αιρετικών;». Χωρίς να επιδιώκη να φαίνεται ομολογητής, με τον τρόπο του, αντιδρούσε, μιλούσε και έγραφε σε εκκλησιαστικά πρόσωπα. «Η Εκκλησία», έλεγε, «δεν είναι καράβι του κάθε επισκόπου να κάνει ότι θέλει». Οι αντιδράσεις του αυτές συνωδεύονταν από πολλή προσευχή και αγάπη για την Εκκλησία, αλλά και για τους παρεκτρεπομένους, και προϋπέθεταν απάθεια, διάκριση και άνωθεν φωτισμό. († Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ.690-691)   

Τα τρία πλοκάμια του διάβολου
 
Ο διάβολος έχει τρία πλοκάμια. Για τους φτωχούς τον κουμμουνισμό, για τους πιστούς τον οικουμενισμό και για τους πλουσίους την μασσωνία.
 († Μακαρίου Ιερομονάχου, Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι σοφίας και χάριτος,   Άγιον Όρος, σελ. 73)
Εκ του περιοδικού "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ" Αριθ. Φύλ. 634 Νοέμβριος 2005

Όλα από ‘κει ξεκινούν  

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η εξομολόγηση

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η εξομολόγηση


† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 Η ιερή εξομολόγηση ήταν πράξη γνωστή στην Παλαιά Διαθήκη (Λευϊτ. ε' 5-6. Άριθ. ε' 5-7. Παροιμ. κη' 13). Γι' αυτό και οι άνθρωποι προσέρχονταν στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, ενώ εκείνος πιστοποιούσε την μετάνοιά τους με το βάπτισμα (Ματθ. γ' 5-6. Μάρκ. α' 4-5).

Η πράξη αυτή συνεχίσθηκε και στη χριστιανική Εκκλησία- «πολλοί των πιστευσάντων ήρχοντο εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών και φανερώνοντες τας πράξεις αυτών» (Πράξ. ιθ' 18) με αποτέλεσμα να συγχωρούνται από τούς αποστόλους, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου, πώς θα δινόταν στους αποστόλους η εξουσία αυτή (Ματθ. ιστ' 19. ιη' 18). Αυτό εκπληρώθηκε μετά την ανάσταση του Χριστoύ. Η συγχώρηση δεν βασιζόταν φυσικά στη δύναμη των απoστόλων, αλλά «εν τω αίματι» του Κυρίου (Ιω. κι' 21-23. Α' Ιω. α' 7).

Ο εξομολόγος χρησιμοποιείται ως όργανο, ως υπηρέτης του Χριστού και οικονόμος των μυστηρίων του Θεού (Α' Κορ. δ' 1. πρβλ Τίτ. α' 7. Α' Ιω. α' 9- β' 2).

Στην αρχαία Εκκλησία η εξομολόγηση γινόταν δημόσια στην ιερή σύναξη των πιστών, όπου βέβαια ήταν και το ιερατείο και ο επίσκοπος, ο οποίος έδινε την άφεση. «Όλους όσοι μετανοούν τούς συγχωρεί ο Κύριος, εάν μετανοήσουν εις ενότητα Θεού και εις συνέδριον επισκόπου», λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιγνάτιος (Ιγν., Φιλαδ. 8,1), ενώ η «Διδαχή» προτρέπει: «Εν Εκκλησία εξομολογήση τα παραπτώματά σου, και ου προσελεύση επί προσευχή σου εν συνειδήσει πονηρά, αύτη εστίν η οδός της ζωής» (Διδ. 4,14).

Ο άγιος Κυπριανός τονίζει πώς ο αμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας «δια της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου και του ιερατείου», αφού προηγουμένως εξομολογηθεί (Κυπρ. επιστ. 16,2), δεν επιτρέπει την θεία κοινωνία σε κανένα, «εάν προηγουμένως ο επίσκοπος και το ιερατείο δεν επιθέσουν την χείρα επάνω του» (επιστ. 18,2), η «άφεση», λέγει, πού έγινε «δια των ιερέων» είναι «αρεστή στον Κύριο» (De lapsis 29).

Ο Ωριγένης θεωρεί σαν φυσικό επακόλουθο, «σύμφωνα με την εικόνα εκείνου πού έδωσε την ιεροσύνη στην Εκκλησία, να αναδέχονται και οι λειτουργοί και ιερείς της Εκκλησίας τα αμαρτήματα του λαού και μιμούμενοι τον Διδάσκαλο, να παρέχουν στο λαό την άφεση των αμαρτιών»(Ωριγ., Εις Λευίτ., Ομιλ ν, 3).

Ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται στην εξομολόγηση κατά την απoστoλική Εκκλησία (Πράξ. ιθ' 18) και συμπεραίνει πώς «είναι ανάγκη να εξομολογούμεθα τα αμαρτήματα εις τούς εμπεπιστευμένoυς την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού» (Α' Κορ. δ' 1), επειδή και οι πρώτοι χριστιανοί «εξομολογούντο εις τούς αποστόλους, οι οποίοι και εβάπτιζον άπαντες» (Μ. Βασιλ, Όροι κατ' επιτ. 288).

Ο άγιος Ιωάννης ο Xρυσόστoμoς αναφέρει για τούς ιερείς: «Ενώ κατοικούν και περιφέρονται ακόμη εις την γην, ανέλαβον την διεύθυνσιν ουρανίων υποθέσεων με εξουσίαν πού δεν έδωσεν ο Θεός ούτε εις τούς αγγέλους, ούτε εις τούς αρχαγγέλους. Δεν είπε πραγματικά προς τούς αγγέλους, [όσα δέσετε εις την γην, θα είναι δεμένα και εις τούς ουρανούς, και όσα λύσετε εις την γην, θα είναι λυμένα εις τους ουρανούς]... ο δεσμός όμως των ιερέων εγγίζει την ιδίαν την ψυχήν και διαβαίνει προς τούς ουρανούς, και όσα ενεργούν κάτω οι ιερείς, τα επικυρώνει άνω ο Θεός. Ο Δεσπότης εγκρίνει την απόφασιν των δούλων. Μήπως δεν τούς έδωσεν ολόκληρον την ουράνιον εξουσίαν; Τούς είπεν, όποιων τάς άμαρτίας κρατήσετε, θα είναι κρατημέναι» (Χρυσ., Περί Ιερωσ. Λόγος γ' 5).

Η Ορθόδοξη λοιπόν Εκκλησία συνεχίζει αυτή την πρωτοχριστιανική παράδοση της εξομολόγησης ενώπιον του πνευματικού.


ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 2'. «Αντιμετώπιση υβριστών »


Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου Λόγοι Β΄ Κεφάλαιο 2'. «Αντιμετώπιση υβριστών »






Γέρων Παΐσιος - Αντιμετώπιση υβριστών

Αρχική: Αρχική σελίδα \ Διάφορα Θέματα \ Γέροντες και μορφές της Ορθοδοξίας \ Γέρων Παΐσιος - Αντιμετώπιση υβριστών




Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου


Λόγοι Β΄


Κεφάλαιο 2'.


«Αντιμετώπιση υβριστών»


Λόγοι Β΄


ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ


"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"


ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Η γεννιά της αδιαφορίας


Αντιμετώπιση υβριστών


- Γέροντα, στην Αγία Γραφή λέει ότι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται[1]. Ποια είναι η βλασφημία αυτή;


- Βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος γενικά είναι η περιφρόνηση στα θεία, όταν ο άνθρωπος έχει, εννοείται, τα λογικά του. Τότε είναι και ένοχος. Π.χ. έναν που μου είπε «άντε κι εσύ και οι θεοί σου...», του έδωσα μία σπρωξιά και τον τίναξα πέρα, γιατί αυτό ήταν βλασφημία. Ή περνάνε δύο έξω από μία Εκκλησία. Ο ένας κάνει τον σταυρό του και λέει και στον άλλο «κάνε, ευλογημένε, κι εσύ τον σταυρό σου...» και αυτός αντιδρά: «Άντε κι εσύ που θα κάνω τον σταυρό μου!». Αυτή η περιφρόνηση είναι βλασφημία.


Αδύνατον επομένως σε έναν ευλαβή άνθρωπο να υπάρχει βλασφημία. Άλλα και η αναίδεια είναι βλασφημία κατά του Άγιου Πνεύματος. Ο αναιδής διαστρέφει η καταπατάει λ.χ. μία ευαγγελική αλήθεια, για να δικαιολογήσει την πτώση του. Δεν σέβεται την αλήθεια, την πραγματικότητα, άλλα την τσαλακώνει εν γνώσει του· τσαλαπατάει ένα ιερό πράγμα. Και αυτό σιγά-σιγά γίνεται πλέον κατάσταση. Στην συνέχεια απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και ο άνθρωπος δέχεται επιδράσεις δαιμονικές. Και αν δεν μετανοήσει, τι εξέλιξη θα έχει... Θεός φυλάξοι!


Όταν όμως ένας θυμώσει και βλασφημήσει ακόμη και το Άγιο Πνεύμα, αυτή η βλασφημία δεν είναι ασυγχώρητη, γιατί ο άνθρωπος δεν πιστεύει την βρισιά που είπε, άλλα την είπε, επειδή εκείνη την στιγμή, πάνω στον θυμό του, έχασε τον έλεγχο του εαυτού του, και αμέσως μετανοιώνει. Ο αναιδής όμως δικαιολογεί το ψέμα, για να δικαιολογήσει την πτώση του. Όποιος δικαιολογεί την πτώση του, δικαιολογεί τον διάβολο.


- Γέροντα, πώς δικαιολογεί την πτώση του;


- Μπορεί να θυμηθεί κάτι που λέχθηκε πριν από δέκα χρόνια για άλλη περίπτωση και να το παρουσίαση σαν παράδειγμα, για να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Ούτε ο διάβολος, ο μεγαλύτερος δικηγόρος, δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο εκείνη την ώρα.


- Και πώς νιώθει αυτός ο άνθρωπος;


- Πώς νιώθει; Δεν έχει ανάπαυση ποτέ. Εδώ και δίκαιο να έχει κανείς, όταν πάει να δικαίωση τον εαυτό του, πάλι ανάπαυση δεν έχει, πόσο μάλλον να μην έχει δίκαιο και να δικαιολογεί την πτώση του με αναιδέστατο τρόπο. Γι' αυτό, όσο μπορούμε, να προσέχουμε την αναίδεια και την περιφρόνηση όχι μόνον προς τα θεία άλλα και προς τον πλησίον μας, διότι είναι εικόνα θεού.


Οι αναιδείς άνθρωποι βρίσκονται στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος. Εκείνοι που περιφρονούν τα θεία βρίσκονται στο δεύτερο, και στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος.


- Γέροντα, όταν μιλούν κατά της Εκκλησίας η κατά του Μοναχισμού κ.λπ., τι πρέπει να κάνη κανείς;


- Κατ' αρχάς, αν κάποιος μιλάει άσχημα λ.χ. για σένα ως άτομο, δεν πειράζει. Να σκεφθείς: «Τον Χριστό, που ήταν Χριστός, Τον έβριζαν, και δεν μιλούσε· εμένα που είμαι αμαρτωλός τι μου αξίζει;». Αν έρχονταν να βρίσουν εμένα ως άτομο, δεν θα με πείραζε καθόλου. Άλλα, όταν με βρίζουν ως μοναχό, βρίζουν και όλο τον θεσμό του Μοναχισμού, γιατί ως μοναχός δεν είμαι ανεξάρτητος, και πρέπει να μιλήσω. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανείς να τους αφήσει λίγο να ξεσπάσουν και ύστερα να τους πει δύο κουβέντες.






Κάποτε στο λεωφορείο μία γυναίκα έβριζε τους παπάδες. Την άφησα να ξεσπάσει και, όταν σταμάτησε, της είπα: «Έχουμε απαιτήσεις από τους παπάδες, άλλα και αυτούς δεν τους έρριξε ο Θεός με τα αλεξίπτωτα. Είναι άνθρωποι και έχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Μπορείς όμως να μου πεις, μία μητέρα σαν εσένα βαμμένη, με κάτι νύχια σαν το γεράκι, τι παιδί θα γέννηση και πώς θα το αναθρέψει; Και παπάς και καλόγερος να γίνει, πώς θα είναι;».
Θυμάμαι, μία άλλη φορά, όταν ταξίδευα με το λεωφορείο από την Αθήνα για τα Γιάννενα, ήταν ένας που δεν σταμάτησε σε όλο τον δρόμο να κατηγορεί έναν μητροπολίτη που είχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Του είπα κανα-δυό κουβέντες και μετά έκανα ευχή. Εκείνος συνέχιζε. Όταν φθάσαμε στα Γιάννενα και κατεβήκαμε, τον πήρα λίγο παράμερα και του λέω: «Με γνωρίζεις ποιος είμαι;». «Όχι», μου λέει. «Πώς τότε κάθεσαι και λες τέτοια πράγματα; Εγώ μπορεί να είμαι πολύ χειρότερος από τον τάδε που βρίζεις, μπορεί όμως να είμαι και ένας άγιος. Πώς κάθεσαι εσύ και λες μπροστά μου πράγματα που δεν μπορώ να φανταστώ ότι τα κάνουν ούτε και οι κοσμικοί άνθρωποι; Κοίταξε να διορθωθείς, γιατί θα φας σκαμπίλι δυνατό από τον Θεό - για το καλό σου φυσικά». Τον είδα μετά, άρχισε να τρέμει. Άλλα και οι άλλοι κατάλαβαν, όπως είδα από μία αναταραχή που δημιουργήθηκε.


- Βλέπεις να βρίζουν τα άγια και ο άλλος δεν λέει τίποτε. Σ’ αυτήν την περίπτωση η πραότητα είναι δαιμονική. Μία φορά που έβγαινα από το Άγιον Όρος, συνάντησα στο καράβι και έναν που είχε φύγει ο καημένος από το Ψυχιατρείο και είχε έρθει στο Όρος. Φώναζε και έβριζε συνέχεια όλους τους μεγάλους, τους κυβερνήτες, τους γιατρούς... «Τόσα χρόνια, έλεγε, με τάραξαν στα ηλεκτροσόκ και στα χάπια. Εσείς περνάτε καλά. Έχετε την καλοπέραση σας, τα αυτοκίνητα σας. Έμενα από δώδεκα χρονών η μάνα μου μ' έστειλε σ' ένα νησί. Είκοσι πέντε χρόνια γυρίζω από τρελλοκομείο σε τρελλοκομείο». Έβριζε όλα τα κόμματα και μετά άρχισε να βρίζει Χριστό και Παναγία. Σηκώνομαι επάνω, «πάψε, του λέω· δεν υπάρχει καμμιά αρχή εδώ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ο συνοδός του - πρέπει να ήταν χωροφύλακας - και τον σύμμασε λίγο. Είχε πει όλο το πρόβλημα του φωνάζοντας και βρίζοντας. Τον πόνεσα. Μετά ήρθε, μου φίλησε το χέρι. Τον φίλησα. Είχε δίκαιο. Όλοι λίγο-πολύ έχουμε το μερίδιο μας. Ήμουν και εγώ αιτία που έβριζε ο καημένος. Αν είχα πνευματική κατάσταση, θα τον είχα κάνει καλά.


- Πόσο είχαν απογοητευθεί οι Φαρασιώτες, τότε με την Ανταλλαγή, όταν έρχονταν με το καράβι στην Ελλάδα! Δυο ναύτες μάλωναν και έβριζαν τον Χριστό και την Παναγία. Τους φάνηκε πολύ βαρύ! Σού λέει: «Έλληνες, Χριστιανοί, να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία!». Τους άρπαξαν και τους πέταξαν στην θάλασσα. Ευτυχώς ήξεραν κολύμπι και γλύτωσαν. Ακόμη και όταν βρίζουν κάποιον άνθρωπο, πρέπει να τον υπερασπίσουμε, πόσο μάλλον τον Χριστό!


Ήρθε ένα παιδί στο Καλύβι που κούτσαινε, άλλα λαμποκοπούσε το προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται εδώ, για να λάμπει έτσι η θεία Χάρις!». Τον ρώτησα «τι κάνεις κ.λπ.» και μου είπε τι συνέβη. Κάποιος, ένα θηρίο μέχρι εκεί πάνω, έβριζε τον Χριστό και την Παναγία και το παιδί όρμησε επάνω του, για να σταματήσει. Εκείνος το έβαλε κάτω, το τσαλαπάτησε, του σακάτεψε τα πόδια, και μετά το καημένο κούτσαινε. Ομολογητής! Τι τράβηξαν οι Ομολογητές, οι Μάρτυρες!




- Γέροντα, μερικοί ευλαβείς νέοι δυσκολεύονται στον στρατό με αυτούς που βρίζουν. Τι να κάνουν;


- Θέλει διάκριση και υπομονή. Ο Θεός θα βοηθήσει. Ο ασυρματιστής που υπηρετούσαμε μαζί στον στρατό ήταν ένας γιατρός άπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ερχόταν στην μονάδα Διοικήσεως, να μου κάνη πλύση εγκεφάλου! Μού έλεγε την θεωρία του Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετά όμως από κάποιο περιστατικό κατάλαβε μερικά πράγματα. Μία φορά ήμασταν σε μία επιχείρηση και είχαμε φορτωμένα σε ένα μεγάλο μουλάρι τον ασύρματο και το φορείο. Σε έναν κατήφορο, επειδή γλιστρούσε πολύ, εγώ έπιανα από την ουρά το ζώο και ο γιατρός τραβούσε το καπίστρι. Σε μία στιγμή, πώς άγγιξε το φορείο λίγο τα αυτιά του ζώου, και δίνει μία το ζώο και με χτυπάει δυνατά με τα πισινά του πόδια· με πέταξε πέρα. Σε λίγο συνήλθα και είδα ότι περπατούσα! Το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε άλλο. Τα σημάδια από τα πέταλα του ζώου ήταν πάνω μου. Εδώ το στήθος ήταν όλο μαύρο. Με τόση δύναμη με χτύπησε το ζώο! Τα έχασε ο γιατρός που με είδε να περπατώ! Συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Λίγο πιο πέρα στραβοπάτησε ο γιατρός σε μία πέτρα, έπεσε κάτω και δεν μπορούσε να σηκωθεί να περπατήσει. Άρχισε να φωνάζει: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σού λέει: «Τώρα όλοι θα με εγκαταλείψουν πάει, τι θα γίνω; Ποιος θα με βοηθήσει;». Φοβόταν μην τον πιάσουν. «Μη στενοχωριέσαι, του λέω, θα καθήσω μαζί σου. Αν πιάσουν εμένα, θα πιάσουν κι εσένα». Ο καημένος μετά σκέφθηκε: «Ο Αρσένιος[2] ενώ τον πέταξε πέρα το ζώο, δεν έπαθε τίποτε, και εγώ λίγο στραβοπάτησα και δεν μπορώ να περπατήσω!». Σε λίγο σηκώθηκε, άλλα κούτσαινε και τον κρατούσα, για να περπατήσει. Οι άλλοι είχαν προχωρήσει. Πήρε ένα μάθημα και συνήλθε μετά. Κάθε μέρα έλεγε κάτι βλασφημίες, και τότε, πάνω στον κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τον βόλεψε η Παναγία!


Ένας άλλος, μοτοσικλετιστής ήταν στον στρατό, δύο φορές είχε σπάσει το πόδι του και πάλι συνέχιζε να βρίζει.


- Δεν του λέγατε τίποτε, Γέροντα;
- Τι να του πω; Εδώ δεν του έλεγα τίποτε και εκείνος έβριζε συνεχώς τον Χριστό και την Παναγία επίτηδες, για να με στενόχωρη. Μετά το κατάλαβα και έκανα μόνον ευχή. Και να δείτε, ενώ πρώτα έβριζαν και αυτός και οι άλλοι στα καλά καθούμενα, ύστερα, όταν δυσκολεύονταν σε κάτι και πήγαιναν να βρίσουν, δάγκωναν την γλώσσα τους! Είναι καλύτερα, αν ένας βρίζει, βλασφημεί κ.λπ. και είναι αναιδής, να κάνης ότι είσαι απασχολημένος και δεν ακούς και να λες την ευχή. Γιατί αν καταλάβει ότι τον παρακολουθείς, μπορεί να βρίζει συνέχεια, και έτσι γίνεσαι αιτία να δαιμονισθεί. Όταν όμως δεν είναι αναιδής άλλα ευσυνείδητος, και βρίζει από κακή συνήθεια, μπορείς κάτι να του πεις. Αν πάλι είναι ευσυνείδητος, άλλα έχει πολύ εγωισμό, πρέπει να προσέξεις να μην του μιλήσεις αυστηρά άλλα ταπεινά, όσο μπορείς, και με πόνο. Τι λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Έλεγξον διά της δυνάμεως των αρετών σου τους φιλονεικούντας μετά σου... και αποστόμωσον αυτούς διά της πραότητος και της γαλήνης των χειλέων σου. Έλεγξον τους μεν ακόλαστους διά της ενάρετου συμπεριφοράς σου, τους δε αναίσχυντους κατά τας αισθήσεις διά της συστολής των ομμάτων σου»[3]




1. Βλ. Ματθ. 12,31


2.Το κατά κόσμον όνομα του Γέροντα.


3. Άββα Ισαάκ του Σύρου, Οι Ασκητικοί Λόγοι, Λόγος ΚΓ’, εκδ. «Αστήρ».




Απόσπασμα από την σελίδα 53-58 του βιβλίου:




ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


ΛΟΓΟΙ Β΄


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ




ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ


«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»


ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


http://anavaseis.blogspot.com/2010/09/2_27.html#more









Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Το θέαμα, ένα φοβερό πνευματικό όπλο


ΤΟ ΘΕΑΜΑ, ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΠΛΟ



Το θέαμα, ένα φοβερό πνευματικό όπλο

Αρχική: Αρχική σελίδα \ Διάφορα Θέματα \ Αθεΐα \ Το θέαμα, ένα φοβερό πνευματικό όπλο







ΤΟ ΘΕΑΜΑ, ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΠΛΟ



Οι απόψεις του μαρξιστή Λέοντος Τρότσκυ για τη χρήση του θεάματος


εναντίον του εκκλησιασμού


Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από άρθρο του περιώνυμου Ρώσου μπολσεβίκου και μαρξιστή Λέοντος Τρότσκυ (1879-1940), ενός από τους ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, δευτέρου μετά τον Βλαδίμηρο Λένιν, σχετικά με τη δύναμη του θεάματος (συγκεκριμένα του κινηματογράφου, τότε) ως μέσου απομάκρυνσης του λαού από τον εκκλησιασμό.


Το άρθρο αυτό, «Η βότκα, η Εκκλησία και ο κινηματογράφος», πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πράβντα» στις 12 Ιουλίου του 1923. Εμείς το δημοσιεύουμε αποσπασματικώς από αγγλική μετάφρασή του στο Διαδίκτυο (http://www.marxists.org/archive/trotsky/women/life/23_07_12.htm).


Το άρθρο είναι ενδεικτικό πολλών πραγμάτων, για ένα προσεκτικό ερευνητή της Νέας αντιχρίστου Εποχής (που ήδη άρχιζε με την είσοδο του 20ού αι.), ενδεικτικό της νοοτροπίας αλλά και των συνωμοτικών διεργασιών των εκάστοτε κυβερνητών, οι οποίες αποσκοπούν στη χειραγώγηση των πληθυσμών, αλλ’ επίσης ενδεικτικό και της πολύ ρηχής κατανόησης της Εκκλησιαστικής Λατρείας από τους εχθρούς της Εκκλησίας· σφάλμα που στοίχισε στους Μπολσεβίκους την ήττα τους από την Ρωσική Ορθοδοξία, όπως αποδεικνύει περίτρανα τα 20 τελευταία έτη η πανηγυρική επιστροφή της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς του ρωσικού βίου.


Ο τηλεοπτικός «οχετός» στις μέρες μας, από τις χαμηλότερες εκφάνσεις του, την καλλιέργεια των σαρκικών και φονικών παθών, μέχρι και τις πλέον «ψυχικές» (Α΄ Κορ. 2,14) ή δαιμονικές, όπως είναι ο τυφλός ορθολογισμός και η μαγεία, επιβάλλει βαρύ φόρο ψυχικής απωλείας στην ανθρωπότητα. Γι αυτό δημοσιεύουμε το παρόν, προς γνώση και συναίσθηση του φοβερού κινδύνου και των μηχανισμών που όπισθεν της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, του διαδικτύου και όλων των λοιπών διαύλων του θεάματος οργανώνουν τη συστηματική κατεδάφιση των ανθρωπίνων αξιών και την καλλιέργεια όλης της υποκουλτούρας της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της Νέας Εποχής του Αντιχρίστου.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
 «Το θέμα της ψυχαγωγίας, σε αυτή τη σύνδεση, αποκτά εξαιρετικά αυξημένη σπουδαιότητα, όσον αφορά στην κουλτούρα και την παιδεία. Ο χαρακτήρας ενός παιδιού αποκαλύπτεται και διαμορφώνεται στο παιχνίδι του. Ο χαρακτήρας ενός ενήλικος εκφαίνεται καθαρά στο παιχνίδι και τις ψυχαγωγίες του. Αλλά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μιας ολόκληρης τάξης, όταν αυτή η τάξη είναι νεαρή και προοδεύει, όπως το προλεταριάτο, οι ψυχαγωγίες και το παιχνίδι πρέπει να κατέχουν διακεκριμένη θέση. Ο μεγάλος Γάλλος ουτοπικός μεταρρυθμιστής, ο Φουριέ, απορρίπτοντας τον χριστιανικό ασκητισμό και την καταπίεση κατά των φυσικών ενστίκτων, κατασκεύασε την “phalanstère” του (τις κοινότητες του μέλλοντος) επί της ορθής και λογικής αξιοποίησης και του συνδυασμού των ανθρωπίνων ενστίκτων και παθών. Αυτή είναι ιδέα βαθεία! Το κράτος της εργατικής τάξης δεν είναι ούτε πνευματικό τάγμα ούτε μοναστήρι. Εκλαμβάνουμε τους ανθρώπους όπως έχουν κατασκευαστεί εκ φύσεως και όπως έχουν μερικώς εκπαιδευθεί και μερικώς παραμορφωθεί από την παλαιά τάξη. Αναζητούμε ένα σημείο υποστήριξης σε αυτό το ζων ανθρώπινο υλικό, για την εφαρμογή του μοχλού του κόμματός μας και του επαναστατικού κράτους μας. Η επιθυμία για ψυχαγωγία, διασκέδαση, ξενάγηση και γέλιο, είναι η πιο νόμιμη επιθυμία της ανθρώπινης φύσης. Είμαστε ικανοί, και πράγματι υποχρεωμένοι, να δώσουμε στην ικανοποίηση της επιθυμίας αυτής μιαν υψηλότερη καλλιτεχνική ποιότητα, κάνοντας ταυτόχρονα την ψυχαγωγία ένα όπλο μαζικής εκπαίδευσης, απελευθερωμένο από την φρούρηση του παιδαγωγού και από την κουραστική συνήθεια να ηθικοποιεί.»


«Το πιο σημαντικό όπλο σχετικά, ένα όπλο που υπερέχει παντός άλλου, είναι σήμερα ο κινηματογράφος. Αυτός ο θαυμαστός νεωτερισμός του θεάματος, έχει παρέμβει στην ανθρώπινη ζωή με μία επιτυχή ταχύτητα, που ποτέ δεν έχει μαρτυρηθεί στο παρελθόν. Στην καθημερινή ζωή των καπιταλιστικών πόλεων, ο κινηματογράφος έχει γίνει τόσο αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, όσο και το μπάνιο, η μπυραρία, η εκκλησία και άλλοι αναφαίρετοι θεσμοί, επαινετοί ή μη. Το πάθος για τον κινηματογράφο είναι ριζωμένο στην επιθυμία για διασκέδαση, στην επιθυμία να δεί κανείς κάτι νέο και απρόοπτο, να γελάσει και να κλαύσει με τις δυστυχίες των άλλων ανθρώπων, όχι τις δικές του. Ο κινηματογράφος ικανοποιεί αυτές τις απαιτήσεις με ένα πολύ άμεσο, οπτικό, γραφικό και ζωντανό τρόπο, χωρίς να απαιτεί τίποτε από τους θεατές. Δεν απαιτεί καν να είναι αυτοί μορφωμένοι. Γι’ αυτό οι θεατές τρέφουν μια τόσο μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο, αυτό το αστείρευτο σιντριβάνι εντυπώσεων και συναισθημάτων. Αυτό παρέχει ένα σημείο, και όχι απλώς ένα σημείο, αλλά μια τεράστια πλατεία, για την εφαρμογή των δικών μας σοσιαλιστικών εκπαιδευτικών ενεργειών».


«Το γεγονός ότι μέχρι τώρα, δηλαδή σε σχεδόν έξι χρόνια, δεν έχουμε αποκτήσει την κυριότητα του κινηματογράφου, δείχνει πόσο αργοί και απαίδευτοι είμαστε, για να μη πω ειλικρινά, ανόητοι. Αυτό το όπλο, που «κραυγάζει» για να χρησιμοποιηθεί, είναι το καλύτερο εργαλείο για προπαγάνδα: για τεχνική, εκπαιδευτική και βιομηχανική προπαγάνδα, προπαγάνδα κατά του αλκοόλ, υπέρ της υγιεινής, προπαγάνδα πολιτική, κάθε προπαγάνδα που θα θέλατε, μια προπαγάνδα που είναι προσβάσιμη στον καθένα, που είναι ελκυστική, που εισδύει στη μνήμη και μπορεί να γίνει πιθανή πηγή εισοδήματος».


« [...] Μπορούμε να εξασφαλίσουμε αυτό το ασύγκριτο όπλο; Γιατί όχι; Η κυβέρνηση του Τσάρου, μέσα σε λίγα χρόνια, οργάνωσε ένα περίπλοκο δίκτυο κρατικών μπάρ. Η επιχείρηση απέφερε ετήσιο εισόδημα σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου χρυσών ρουβλίων. Γιατί η κυβέρνηση των εργατών να μη ιδρύσει ένα δίκτυο κρατικών κινηματογράφων; Αυτός ο μηχανισμός ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης θα μπορούσε όλο και περισσότερο να εξελιχθεί σε αναφαίρετο κομμάτι του εθνικού βίου. Χρησιμοποιούμενο για την καταπολέμηση του αλκοολισμού, θα μπορούσε ταυτόχρονα να μετατραπεί και σε μία κερδοφόρο επιχείρηση. Είναι πρακτικό; Γιατί όχι; Φυσικά, δεν είναι εύκολο. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν περισσότερο φυσικό και περισσότερο ταιριαστό με τις οργανωτικές ενέργειες και ικανότητες ενός κράτους εργατών, απ΄ ότι, ας πούμε, μια προσπάθεια να επανασυστήσουμε το μονοπώλιο της βότκα».


«Ο κινηματογράφος ανταγωνίζεται όχι μόνο την ταβέρνα, αλλά επίσης και την εκκλησία. Και αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να αποβεί θανάσιμος για την εκκλησία, αν αναπληρώσουμε τον χωρισμό της εκκλησίας από το σοσιαλιστικό κράτος, με την συγχώνευση του σοσιαλιστικού κράτους με τον κινηματογράφο».

«Η θρησκευτικότητα στις ρωσικές εργατικές τάξεις πρακτικά δεν υπάρχει. Ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν καθημερινό έθος και κυβερνητικός θεσμός. Ποτέ δεν ήταν επιτυχής στο να διεισύσει βαθειά μέσα στη συνείδηση των μαζών, ούτε στο να αναμείξει τα δόγματα και τους κανόνες της με τα εσωτερικά συναισθήματα του λαού. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο ίδιος: η απολίτιστη κατάσταση της παλαιάς Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης της εκκλησίας της. Συνεπώς, όταν αφυπνισθεί πολιτιστικά, ο Ρώσος εργάτης εύκολα απορρίπτει την πτωχή εξωτερική του σχέση με την εκκλησία, μια σχέση που αναπτύχθηκε πάνω του από συνήθεια. Για τον χωρικό, σίγουρα, αυτό καθίσταται δυσκολότερο, όχι επειδή ο χωρικός έχει περισσότερο βαθειά και άμεσα εισέλθει στην εκκλησιαστική διδασκαλία – αυτό βεβαίως ποτέ δεν έγινε - αλλ’ επειδή η αδράνεια και μονοτονία της ζωής του είναι στενά δεμένα με την αδράνεια και μονοτονία των εκκλησιαστικών πρακτικών».


Η σχέση του εργάτη με την εκκλησία (αναφέρομαι στον εκτός κόμματος εργάτη της μάζας) συγκρατιέται κυρίως από το νήμα της συνήθειας, ιδιαιτέρως της συνήθειας των γυναικών. Οι εικόνες ακόμη είναι κρεμασμένες στο σπίτι, επειδή υπάρχουν εκεί· οι εικόνες κοσμούν τους τοίχους· θα ήταν άδειο χωρίς αυτές· οι άνθρωποι δεν θα ήταν συνηθισμένοι σε αυτό. Ένας εργάτης δεν θα μπεί στον κόπο να αγοράσει καινούργιες εικόνες, αλλά δεν έχει και αρκετή θέληση να ξεφορτωθεί τις παλιές. Με ποιο τρόπο μπορεί να εορτασθεί η εορτή της άνοιξης παρά μόνο με Πασχάλιο γλυκό; Και το Πασχάλιο γλυκό πρέπει να ευλογηθεί από τον ιερέα, αλλιώς θα είναι απλά χωρίς νόημα. Ως προς τον εκκλησιασμό, οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν επειδή είναι θρησκευόμενοι· η εκκλησία είναι λαμπρά φωτισμένη, γεμάτη με άνδρες και γυναίκες ενδεδυμένους με τα καλύτερά τους ρούχα, η ψαλμωδία είναι καλή - ένα πεδίο κοινωνικο -αισθητικών έλξεων που δεν παρέχονται από το εργοστάσιο, την οικογένεια ή την καθημερινότητα του δρόμου. Πίστη δεν υπάρχει ή δεν υπάρχει καθόλου έμπρακτα. Οπωσδήποτε, δεν υπάρχει σεβασμός για τον κλήρο ή πίστη στη μαγική δύναμη του τελετουργικού. Αλλά δεν υπάρχει ενεργής θέληση να το καταστρέψει ολικά. Τα στοιχεία της διασκέδασης, της ευχαρίστησης και της ψυχαγωγίας παίζουν ένα μεγάλο ρόλο στα εκκλησιαστικά τελετουργικά. Με θεατρικές μεθόδους η εκκλησία ενεργεί πάνω στην όραση, την αίσθηση της όσφρησης (μέσω του θυμιάματος) και μέσω αυτών πάνω στην φαντασία. Η επιθυμία του ανθρώπου για το θεατρικό, επιθυμία να δεί και να ακούσει το ασύνηθες, το εκπληκτικό, η επιθυμία για ρήξη της συνήθους μονοτονίας της ζωής είναι μεγάλη και ανεξάλειπτη· επιμένει από την πρώιμη παιδική μέχρι την προχωρημένη γεροντική ηλικία. Αποσκοπώντας στην απελευθέρωση των κοινών μαζών από το τελετουργικό και τον εκκλησιαστικισμό, που αποκτήθηκαν από συνήθεια, δεν είναι αρκετή από μόνη της η αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Φυσικά, είναι αναγκαία· αλλ’ η άμεση πρακτική επίδρασή της περιορίζεται σε μια μικρή μειοψηφία όσων είναι περισσότερο γενναίοι στο πνεύμα. Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν επηρεάζονται από την αντιθρησκευτική προπαγάνδα· αλλά αυτό δεν είναι επειδή η πνευματική τους σχέση με τη θρησκεία είναι τόσο βαθειά. Αντιθέτως, δεν υπάρχει καμμία πνευματική σχέση· υπάρχει μόνο μια άμορφη, νωθρή, μηχανιστική σχέση, η οποία δεν έχει περάσει μέσα από τη συνείδηση· μια σχέση σαν αυτή του ξεναγούμενου οδοιπόρου, ο οποίος περιστασιακά δεν αρνείται να συμμετάσχει σε μια λιτανεία ή σε μια πομπώδη τελετή ούτε να ακούσει την ψαλμωδία ή να κινεί τα χέρια του».


«Ένα τελετουργικό άνευ νοήματος, που κείται στη συνείδηση σαν αδρανές φορτίο, δεν μπορεί να καταστραφεί από μόνη την κριτική· μπορεί να αντικατασταθεί από νέες μορφές ζωής, νέες ψυχαγωγίες, νέα και πιο πολιτισμένα θέατρα. Και πάλιν εδώ, οι σκέψεις στρέφονται στο πιο δυνατό - επειδή είναι το πιο δημοκρατικό - όργανο του θεάτρου: στον κινηματογράφο. Χωρίς να απαιτεί κλήρο ενδεδυμένο στόφα κ.λπ. ο κινηματογράφος ξεδιπλώνει επί της λευκής οθόνης θεατικές εικόνες μεγαλύτερης αποδοχής από εκείνες που παρέχει η πλουσιότερη εκκλησία - που έχει γίνει σοφή μέσω εμπειρίας χιλίων ετών - ή ένα τζαμί ή μια συναγωγή. Στην εκκλησία μόνο ένα δράμα εκτελείται, και πάντοτε ένα και το αυτό, μπαίνει χρόνος, βγαίνει χρόνος. Αλλά στον κινηματογράφο της γειτονιάς θα σου δείξουν τα Πάσχα των εθνικών, των Ιουδαίων και των Χριστιανών στην ιστορική τους διαδοχή και με την ομοιότητα του τελετουργικού τους. Ο κινηματογράφος ψυχαγωγεί, μορφώνει, βάλλει τη φαντασία με εικόνες και σε απελευθερώνει από την ανάγκη να διασχίσεις την πόρτα της εκκλησίας. Ο κινηματογράφος είναι ο μεγάλος ανταγωνιστής όχι μόνο της ταβέρνας, αλλά και της εκκλησίας. Ιδού ένα εργαλείο που πρέπει να εξασφαλίσουμε με οποιοδήποτε κόστος».









Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ


Ο ΓΑΜΟΣ

To μυστήριον του Γάμου


† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ


Ο Θεός δεν δημιούργησε άτομα, αλλά κοινωνία προσώπων μέσα στον Αδάμ υπήρχε ήδη η Εύα (Γέν. α' 27. β' 18-25. Ματθ. ιθ' 3-6).
Ο ίδιος ο Θεός, με την ευλογία του πρώτου ζεύγους, ακόμη πριν από την πτώση, συνέστησε το μυστήριo του γάμου (Γεν. α' 28). Μέσα στο γάμο εκφράζεται η μία ανθρώπινη φύση, στην οποία μετέχουν οι σύζυγοι σαν ξεχωριστά πρόσωπα: «και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γέν. β' 24).

Έτσι ο Θεός με την αγαθότητά Του θέσπισε το γάμο, μέσα στον οποίο οι σύζυγοι ξεπερνούν τον εαυτό τους, ακόμη και μετά την πτώση, και διδάσκονται την επιστρoφή στην ενότητα, η οποία συνεχώς ευρύνεται και αγκαλιάζει όλο και περισσότερα πρόσωπα.

Ο γάμος πού Τελείται «εν Κυρίω» (Α' Κορ. Ζ' 39) προσλαμβάνεται σαν δεσμός στο σώμα της Εκκλησίας και έτσι δεν εκφράζει απλώς την ένωση του Χριστoύ με την Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο δεσμός του γάμου «εν Κυρίω» γίνεται Εκκλησία: «εγώ δε λέγω εις Xριστόν και εις την Έκκλησίαν» (Εφεσ. ε' 23).

Η διαφορά μεταξύ του φυσικού δεσμού και του γάμου «εν Κυρίω» είναι ακριβώς αυτή: ότι με το μυστήριo, η Εκκλησία προσλαμβάνει το δεσμό αυτό στο σώμα Της και τον εντάσσει στην υπηρεσία της αιώνιας αγάπης. Οι σύζυγοι ξεπερνούν τον εγωκεντρισμό τους και ξανατοποθετούνται στο δρόμο πού οδηγεί στην κοινωνία προσώπων, στην ενότητα της μιας ανθρώπινης Φύσης, «εις Xριστόν και εις την Εκκλησίαν». 

Ο γάμος ο «εν Κυρίω» ευλογείτο στην πρώτη Εκκλησία από τον επίσκοπο ή τουλάχιστoν από τούς πρεσβυτέρους πού είχαν την άδεια του επισκόπου. Mάλιστα η τέλεση του γάμου συνδεόταν με τη θεία ευχαριστία.

«Μετά γνώμης του επισκόπου την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος η κατά Κύριον, και μη κατ' επιθυμίαν» (Ιγν., επιστ. προς Πολύκ. V).

Σ' ένα τέτοιο γάμο η σαρκική ένωση ευλογείται και όλα έχουν μέσα στην Εκκλησία πνευματικό περιεχόμενο: «Ο δε και κατά σάρκα πράσσετε, ταύτα πνευματικά εστίν, εν Ιησού γαρ Χριστώ πάντα πράσσετε» (Ιγν., Εφεσ. 8,2).

Το γεγονός της τέλεσης του γάμου στα πλαίσια της θείας ευχαριστίας βεβαιώνει ο Τερτυλλιανός (Ad uxorem βιβλ. 2,9. Pr. haer. 40).

Ο δε Μ. Βασίλειος σημειώνει: «ο δεσμός της φύσεως και ο ζυγός δια της ιερολογίας, ας είναι ένωσις των μακράν άπεχόντων» (Βασ., εις εξαήμ. ζ' 5). «Στην Εκκλησία δεν πραγματοποιείται φυσικός συζυγικός δεσμός, αλλά άγιο μυστήριο γάμου» (Αυγουστ., Πίστις καί έργα 7,10).

 
† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ... Περί της πτώσεως του ανρθώπου


Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ...

Η υπευθυνότητα προϋποθέτει ελευθερία...


† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ...
 Περί της πτώσεως του ανρθώπου 
"...Γιατί όμως ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο από τη φύση του αναμάρτητο; Γιατί τότε ο άνθρωπος θα έμενε εξαναγκα­στικά σε κοινωνία με τον θεό και αυτό δεν θα ήταν έκφρα­ση αγάπης προς τον Δημιουργό του. «Διότι και εσύ τους δούλους δεν τους θεωρείς φίλους, όταν τους κρατάς δέσμι­ους, αλλ' όταν τους ιδής εκουσίως να εκτελούν τα καθήκο­ντα προς σε. Και εις τον Θεόν λοιπόν δεν αρέσει ό,τι φαίνε­ται εξ ανάγκης, αλλ' αυτό που επιτυγχάνεται διά της αρετής. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελευθέραν βούλησιν και όχι με αναγκαιότητα... Αυτός λοιπόν που κατηγορεί τον ποιητήν, διότι δεν μας έκαμεν εκ φύσεως αναμαρτήτους, δεν προτιμά τίποτε άλλο παρά την άλογον φύσιν από την λογικήν, και αυτήν που δεν κινείται και δεν έχει ορμήν από την προαιρετικήν και έμπρακτον» (Μ. Βασίλειος)."
*****
Ο άνθρωπος είναι τρεπτός και αλλοιωτός. Η άλογη δημιουργία δεν μπορεί να μεταβληθεί από την αρχική της θέση· «ο ουρανός και η γη έχει μπει σε τάξη από την αρχή της δημιουργίας, και ο ήλιος, η σελήνη και η γη» δεν έχουν «δικό τους θέλημα»· «Συ όμως γι' αυτό είσαι πλα­σμένος "κατ' εικόνα και ομοίωσιν", διότι όπως ο Θεός είναι αυτεξούσιος και κάνει ο,τι θέλει... έτσι και συ είσαι αυτεξούσιος και αν θέλεις καταστρέφεσαι. Η φύση σου μεταβάλλεται, εάν θέλεις να βλασφημήσεις, να κατασκευά­σεις δηλητήρια και να σκοτώσεις κάποιον, κανείς δεν σου αντιστέκεται και δεν σε εμποδίζει. Αν θέλει κάποιος, υπο­τάσσεται στο Θεό, βαδίζει το δρόμο της δικαιοσύνης (Β' Πέτρ, β' 21) και κυριαρχεί στις επιθυμίες του· διότι αυτός ο ίδιος ο νους είναι αντίπαλος, που μπορεί να κυριαρχεί με ρωμαλέο λογισμό στις ορμές της κακίας και στις αισχρές επιθυμίες» (Μακάριος ο Αιγύπτιος).
Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και η υπευθυνότητα προϋποθέτει την ελευθερία. Γι' αυτό και στις πράξεις του ανθρώπου δεν υπάρχει εξαναγκασμός. Πηγή τους είναι η προσωπική βούληση. «Επειδή λοιπόν ο Θεός των πάντων εδημιούργησε την φύσιν μας ελευθέραν, τας ιδικάς του ιδιότητας φανερώνει και ενεργών κατά την ιδικήν του φιλανθρωπίαν, και γνωρίζων καλά και τα απόρρητα και τας ευρισκόμενος εις το βάθος της διανοίας μας σκέ­ψεις, προτρέπει, συμβουλεύει, προλαμβάνει την κακήν πράξιν όμως δεν επιβάλλεται αναγκαστικά, αλλά αφού επι­θέσει τα κατάλληλα φάρμακα, αφήνει να εξαρτάται το κάθε τι από την διάθεσιν του ασθενούς» (Χρυσόστομος).
Πώς θα εγνώριζε ο άνθρωπος πώς ήταν τρεπτός και όχι άτρεπτος; Γιά να το γνωρίζει αυτό "και να συστέλλεται, και να μένει εις εκείνην την καλήν και θείαν κατάστασιν" (Ίω. Δαμασκηνός) του εδόθη μία απαγορευτική εντολή:. «Και είπεν ο Θεός· ιδού δέδωκα ύμίν πάντα χόρτον σπόριμον σπείρον σπέρμα, ο έστιν επάνω πάσης της γης, και παν ξύλον, ο έχει εν εαυτώ καρπόν σπέρματος σπορίμου, υμίν έσται εις βρώσιν...» (Γέν. α' 29). «Και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή, από δε του ξύλου του γινώσκειν κα­λόν και πονηρόν, ου μη φάγεσθε απ' αυτού· η δ' αν ημέρα φάγητε απ' αυτού, θανάτου αποθανείσθε" (Γέν. β' 16-17).
Κάνοντας ο Θεός τον άνθρωπο τρεπτό, δίδοντας του την ελευθερία να αποφασίζει για τη θέση που θα κρατήσει ακόμη και απέναντι στο Δημιουργό του, δεν επέτρεψε να εξαρτάται το παν από τη φύση του άνθρωπου. Ταυτόχρονα όμως «δεν επέτρεψεν ολόκληρον το φορτίον να το αναλά­βει η προαίρεσις, διά να μη αποκάμει από τους κόπους της αρετής· αλλά υποδεικνύει εις αυτήν η συνείδησις τι πρέπει να πράξει, διά δε την εργασίαν των υποδεικνυομένων μόνη της αυτή αναλαμβάνει τους κόπους» (Χρυσόστομος).   
Ο άνθρωπος εδημουργήθη διά του Λόγου του Θεού "κατ' εικόνα Του". Μέσα στη φύση του ανθρώπου εμφυτεύθηκε κάτι από τη λογικότητα του Λόγου, ώστε ο άνθρω­πος να έχει «τρόπον τινά μερικός σκιάς του Λόγου και να γίνει λογικός και να δυνηθεί να παραμείνει εις την ευτυχίαν, ζων τον αληθινόν και πράγματι παραδείσιον βίον των αγίων. Επειδή πάλιν εγνώριζεν ότι η θέλησις των ανθρώ­πων έχει την δυνατότητα να κλίνει και προς τα δύο, επρόλαβε και εξησφάλισε με νόμον και τόπον την χάριν που τους έδωσε. Τους έβαλε δηλαδή εις τον παράδεισον και τους έδωσε νόμον. Ώστε εάν φυλάξουν την χάριν, και πα­ραμείνουν καλοί, να ζουν εις τον παράδεισον χωρίς λύπας και πόνους και μέριμνας και εκτός αυτού να έχουν και υπόσχεσιν της ουρανίου αφθαρσίας» (Μ. Αθανάσιος).
Ο νόμος που εδόθη στον άνθρωπο ήταν πράξη φιλαν­θρωπίας του Θεού. Εχάρισε στον άνθρωπο την απόλαυση του παραδείσου και του έδωσε μία μόνη απαγόρευση«διά να ημπορεί να γνωρίζει, ότι ευρίσκεται κάτω από Δεσπότην, εις τον όποιον αρμόζει να υπακούει και να υποχωρεί εις τας εντολάς Εκείνου (Χρυσόστομος).
Με τη θέληση του ο άνθρωπος αρνήθηκε αυτή τη "Δεσποτεία" και εγκατέλειψε την θέση που ο Θεός του έδωσε μέσα στη δημιουργία. Δεν θέλησε κανένα κέντρο αναφοράς έξω από τον εαυτό του και μετέβαλε ο ίδιος τον εαυτό του σε εγωϊστικό όν, μακρυά από την κοινωνία αγάπης με τον Θεό και έξω από τη θέση ευθύνης για τη δημιουργία. Έπαυσε πλέον να πλησιάζει τη δημιουργία με αίσθηση ευθύνης· μο­ναδικό μέλημα του ήταν το τι μπορούσε να αποσπάσει για δικό του όφελος. Έτσι στην προσπάθεια του να φθάσει τον σκοπό του χωρίς τον Θεό, έχασε το πάν και απόκτησε συ­ναίσθηση μόνο τής γυμνότητας του!
«Και είπεν ο όφις τη γυναικί, ου θανάτω αποθανείσθε, ήδει γαρ ο Θεός, ότι η αν ημέρα φάγητε απ' αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν. Και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστί του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρ­πού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής, και έφαγον. Και ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα» (Γεν. γ' 4-7).
Γιατί όμως ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο από τη φύση του αναμάρτητο; Γιατί τότε ο άνθρωπος θα έμενε εξαναγκα­στικά σε κοινωνία με τον θεό και αυτό δεν θα ήταν έκφρα­ση αγάπης προς τον Δημιουργό του. «Διότι και εσύ τους δούλους δεν τους θεωρείς φίλους, όταν τους κρατάς δέσμι­ους, αλλ' όταν τους ιδής εκουσίως να εκτελούν τα καθήκο­ντα προς σε. Και εις τον Θεόν λοιπόν δεν αρέσει ό,τι φαίνε­ται εξ ανάγκης, αλλ' αυτό που επιτυγχάνεται διά της αρετής. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελευθέραν βούλησιν και όχι με αναγκαιότητα... Αυτός λοιπόν που κατηγορεί τον ποιητήν, διότι δεν μας έκαμεν εκ φύσεως αναμαρτήτους, δεν προτιμά τίποτε άλλο παρά την άλογον φύσιν από την λογικήν, και αυτήν που δεν κινείται και δεν έχει ορμήν από την προαιρετικήν και έμπρακτον» (Μ. Βασίλειος).
«Διατί λοιπόν δεν με έκαμεν ο Θεός κύριον τής αρετής; "Αλλά πώς είπες; Νά σε φέρει εις τον ουρανόν ενώ κοιμάσαι και νυστάζεις και επιθυμείς την κακίαν και ζης τρυφηλήν ζω­ήν και τρώγεις υπερβολικώς; Αλλά τότε δεν θα απέφευγες την κακίαν. Εφ' όσον δηλαδή τώρα που υπάρχει απειλή ούτε έτσι απομακρύνεσαι από την πονηρίαν, εάν και τον ουρανόν σου προσέθετεν ως έπαθλον, πότε θα έπαυες να γίνεσαι ραθυμότερος και χειρότερος; Αλλ' ούτε και έκείνο θα έχεις να προβάλεις ως δικαιολογίαν, ότι δηλαδή έδωσε μεν τα αγαθά, αλλά δεν σε εβοήθησε, διότι σού υπόσχεται πολλήν την βοήθειαν» (Χρυσόστομος).
Η πτώση λοιπόν του άνθρωπου από τη θέση στην όποια τον είχε τοποθετήσει ο Δημιουργός δεν είναι αποτέλεσμα τις φύσεως άλλά τής προαιρέσεως του ανθρώπου. Ο Θεός δεν θέλησε να πλάσει τον άνθρωπο δίδοντας του τη φύση των αλόγων ζώων τον προίκισε με ελευθερία και με τη δυ­νατότητα να τραπεί προς το αγαθό, βοηθούμενος και από την έμφυτη συνείδηση του, η οποία τον ωθεί προς αυτό. Για να γνωρίζει ο άνθρωπος πως είναι τρεπτός και αλλοιωτός, και να αισθάνεται πώς βρίσκεται κάτω από τη δεσποτεία του Θεού, του δόθηκε από τον Δημιουργό του νόμος.
Όμως ο άνθρωπος έκανε την επιλογή του ενάντια στο θέλημα του Θεού και σύμφωνα με το θέλημα του Αντιδί­κου. Νόμισε πως όταν αυτονομηθεί, θα οδηγηθεί στην "γνώση" που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει την κτιστή του πραγματικότητα και να εξομοιωθεί προς τον Θεό. Όχι με τον τρόπο που του είχε υποδείξει ο Θεός, οπότε το "καθ' ομοίωσιν" θα εδίδετο από τον Δημιουργό του, αλλά με αυτόματες τρόπον τινά διαδικασίες. Όμως το αποτέλεσμα ήταν τραγικό: το μόνο που εγνώρισε ο άνθρωπος μετά την αυτονόμηση του ήταν η ίδια η γυμνότητα του.
† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
Μετενσάρκωση ή Ανάσταση;
Ορθόδοξη θεώρηση του Κακού

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Συμβουλαί του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου εις νέον πνευματικόν


Συμβουλαί του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου εις νέον πνευματικόν

Γέρων Φιλόθεος προς νέο Πνευματικό


Συμβουλαί του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου εις νέον πνευματικόν
Εν Πάρω τη 5/2/1976
...Εφ' όσον δεν υπάρχει πνευματικός, π. Παύλε, και ο Σεβασμιότατος σε προτείνη, να δεχθής. Να εφοδιασθής με τα αναγκαία βιβλία πού γράφουν διά την εξομολόγησιν, το Εξομολογητάριον του Αγίου Νικόδημου, το Πηδάλιον και άλλα βιβλία τα όποια θα τα έχης ως ο­δηγούς....
Το έργον του Πνευματικού είναι βαρύ, αλλ' εάν το δεχθής προθύμως, διά να ωφελήσης ψυχάς, να προσεύ­χεσαι και παρακαλής τόν Θεόν νά σου κάμη ελαφρόν το έργον αυτό. Να μη παύσης δε να ζητής οδηγίας από τον Σεβασμιώτατον και από άλλους έμπειρους, συνετούς, διακρητικούς, ενάρετους πνευματικούς οδηγίας και σύμ­βουλος. Ιδιαιτέρως να παρακαλής τον Θεόν να σου δώση πίστιν, ταπείνωσιν και αγάπην, και όταν απόκτησης τας τρεις αυτάς αρετάς θα σε οδηγήσουν εις το τι πρέπει να κάμης δια να σώσης σεαυτόν και τα πνευματικά σου τέκνα....
Μετά πατρικής αγάπης και ευχών Άρχιμ. Φιλόθεος
Περιοδικό: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου
Τεύχος 31 Ιανουάριος - Απρίλιος 2011
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Για πάθη και αρετές Μέρος (Β)

Για πάθη και αρετές Μέρος (Β)

Για πάθη και αρετές Μέρος (Β)


Για πάθη και αρετές
Μέρος (Β)

Για την χαιρεκακία
Η μεν κακία, μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, και αν έχη μαζί της την οικουμένη, είναι ασθενεστέρα όλων. η δε αρετή και αν βρεθή μόνη, είναι δυνατωτέρα όλων. Τίποτε δεν είναι ίσον ή ανώτερο της αρετής.
Και ο Μέγας Βασίλειος μας διασαλπίζει. όσοι κάμνουν μόνον τα φαύλα (τα αμαρτωλά), και όσοι εγκωμιάζουν αυτούς, της ίδιας ή και πιο βαρειάς θα κοινωνήσουν τιμωρίας από εκείνους.

Για το μίσος
Από την έλλειψι της αγάπης γεννιέται το μίσος, από το οποίο πηγάζουν τα φοβερά κοινωνικά κακουργήματα και εγκλήματα: έχθρες, έριδες, μάχες, φθόνος, φόνοι, εκδικήσεις και τα όμοια, με τα οποία κατασυντρίβονται και καταρρέουν ηθικά και οικονομικά οικογένειες, πόλεις και έθνη.
Αυτός που μισεί είναι ανάξιος να λέγεται χριστιανός, διότι δεν φέρνει την σφραγίδα του Χριστού, δηλαδή την αγάπη.
Ο Χριστός δεν μας θέλει να έχουμε μίσος προς άνθρωπον ή λύπην ή οργήν ή μνησικακίαν... Ας προσπαθήσουμε όσον μπορούμε κάθε άνθρωπο να αγαπήσουμε. Ο Χριστιανός πρέπει να συγχωρή και την εκδίκησι να αφίνη στα χέρια του Θεού.«εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω» (Ρωμ. 12, 19).
Το μίσος δεν υποχωρεί στο μίσος, αλλά στην αγάπην.
Η εκδίκησις μας εξισώνει με τον εχθρόν, και εκείνος που μισεί είναι μοχθηρός και φθονερός, πάσχει, βασανίζεται και σαν το κερί λυώνει, γίνεται δόλιος και ανθρωποκτόνος.
Ο ιερός Χρυσόστομος μας νουθετεί. να μη μισούμε ούτε τους απίστους και ειδωλολάτρας. Δεν πρέπει εκείνους, αλλά το δόγμα να μισούμε, όχι τον άνθρωπο, αλλά την πονηρή πράξι, την διεφθαρμένη γνώμη, διότι ο μεν άνθρωπος είναι έργον Θεού, η δε πλάνη, είναι έργο του διαβόλου, μη λοιπόν ανακατέψουμε τα του Θεού και τα του διαβόλου.

Για τον φθόνο
Κανένα πάθος πιο ολέθριο στην ψυχή των ανθρώπων δεν φυτρώνει σαν το πάθος του φθόνου. διότι όπως η σκουριά τον σίδηρον έτσι και ο φθόνος την ψυχή, που έχει τον φθόνο, την καταστρέφει, μας πληροφορεί ο Μέγας Βασίλειος.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ονομάζει τον φθόνον πάθος εωσφορικό, λέγοντας.ω φθόνε που είσαι η ρίζα του θανάτου, η αρρώστεια η πολύπλοκος, μυτερό καρφί της καρδιάς. διότι ποιο μυτερό καρφί έτσι τρυπά, σαν τον φθόνο που τραυματίζει την καρδιά του φθονερού!
Κατά δε τον άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον συζή με διαρκή θάνατο, όποιος αν από φθόνο λυώνει. Όλους θεωρεί εχθρούς και εκείνους που σε τίποτα δεν τον αδίκησαν. λέγει και κάμνει όλα, ώστε και να καταστρέψη τον πλησίον. Τί πιο άθλιο από τέτοια ψυχή;
Από τον φθόνο γεννιούνται και τα πάθη της υποκρισίας, του μίσους, της βασκανίας και του φανατισμού.

Για τον συκοφάντη
Ο συκοφάντης είναι χειρότερος του κλέπτου και του δολοφόνου, διότι ο κλέπτης κλέπτει υλικά πράγματα, ο δολοφόνος σκοτώνει μόνον το σώμα, αλλά ο συκοφάντης σκοτώνει και την τιμή και την υπόληψι, τα οποία είναι πιο ανώτερα από κάθε υλικό αγαθό.
Η συκοφαντία είναι η δύναμι των δειλών και η εκδίκησις των ανάνδρων.
Η συκοφαντία πολεμείται με την περιφρόνησι και αδιαφορία από μέρους του συκοφαντημένου.
Η συκοφαντία, μας λέγει ο Αββάς Ισαάκ, δεν κολλά στην τιμιότητα.

Για την φιλοδοξία
Με τον ξηρό λάκκο μοιάζει η φιλόδοξος ψυχή, διδάσκει ο ασκητής Ευάγριος.
Εκείνος που επιζητεί δόξα, είναι άδειος κάθε εσωτερικής αρετής, μας βεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος. και μας προτρέπει, να φροντίζουμε πάντοτε της αιωνίου δόξης, διότι η τωρινή ψεύδεται κάθε μέρα.
Ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει. Ο κενόδοξος εξαπατά τον εαυτόν του, διότι νομίζοντας ότι είναι κάτι, χωρίς να είναι τίποτε, υπερηφανεύεται από την κούφια γνώμη του.
Είναι κούφια η κενοδοξία, μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όχι για το ότι αγαπά την δόξα κάποιος, αλλά για το ότι δεν αγαπά την από Θεού δόξα.
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»
Εξαμηνιαία έκδοσις πνευματικής οικοδομής
Τεύχος 76. ΙΟΥΛΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1999.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ορθοδοξία και Ελληνισμός


Ορθοδοξία και Ελληνισμός.

Ορθοδοξία και Ελληνικότητα


  Ορθοδοξία και Ελληνισμός         
      
       Κάθε δίλημμα σήμερα του τύπου «Ορθοδοξία ή Ελληνισμός» είναι όχι μόνο πλαστό, αλλά και εθνοκτόνο. Γιατί σημαίνει τάση επιστροφής στην ατέλειά μας, στην παλαιά αγωνιώδη αναζήτησή μας. Ενώ για τον Ελληνισμό , που διασώζει την αυτοσυνειδησία του, το ζητούμενο ευρέθη. Είναι η Ορθοδοξία. «Είδομεν το φως το αληθινόν ... εύρομεν πίστη αληθή! Εύρομεν την αλήθειαν». Κάθε αποδέσμευση του Ελληνισμού από την Ορθοδοξία δεν συνιστά μόνο τραγικό διαμελισμό της υπάρξεώς μας, αλλά και καθαρό παραλογισμό, αφού η τυχόν επιστροφή στον αυθεντικό κλασσικό Ελληνισμό, θα καταλήξει οπωσδήποτε στη γνήσια εκείνη αναζήτηση, που οδήγησε στην ένωσή του με την Ορθοδοξία. Έξω από την αναζήτηση αυτή έμεινε, όπως ελέχθη, ο παγανισμός και ο διονυσιακός αισθησιασμός του Γραικύλου. Γι' αυτό όπου χάνεται η Ορθοδοξία, χάνεται και ο Ελληνισμός!  Ιδού γιατί κάθε παρόμοια επιδίωξη συνιστά οπισθοδρόμηση και όχι πρόοδο. Γιατί μετέχει στο «συντηρητισμό» των αιρέσεων, των «ελληνιστικών λήρων» κατά τον Μέγα Φώτιο. Το τραγικότερο όμως, συνιστά, ιδιαίτερα σήμερα, απώλεια κάθε δυνάμεως αυτοπροστασίας, με απόληξη τον ραγιαδισμό και την υποδούλωση. Το μόνο που έχει να προσφέρει ο σημερινός Ελληνισμός στον κόσμο είναι η Ορθόδοξη παράδοσή του. Τόσο λίγο όμως γίνεται αυτό συνείδηση σε πολλούς, ώστε σε στιγμές αυτοκριτικής να ανακαλείς στη μνήμη σου ένα λόγο του μικρασιάτη ποιητή μας Γ.Σεφέρη, που γράφηκε μεν στα 1936, αλλά παραμένει επίκαιρος και σήμερα: «Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα, που τόσοι σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης, με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Η επανεύρεση συνεπώς στην δύστροπη εποχή μας του πατερικού προτύπου, όπως το ενσάρκωσε και διέσωσε ο Μ. Φώτιος, είναι ένας αληθινός καταιγισμός ελπίδας.                                                                                                                                                                                                   
Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός                                                                       
Καθηγητής Πανεπιστημιου.