Εορτολόγιο

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ποια ν’ απαρνηθώ; (Μία αληθινή ιστορία από τα χρόνια του μακαριστού ιεραποστόλου π. Κοσμά Γρηγοριάτη)


Ποια ν’ απαρνηθώ;


Μία αληθινή ιστορία από τα χρόνια του μακαριστού ιεραποστόλου π. Κοσμά Γρηγοριάτη
Βρισκόμαστε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κογκό). Η τροπική βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στη χορταρένια καλύβα καμαρώνει περήφανος για τη λεβεντιά του!
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθεται έξω από το αρχοντικό του (καλύβα), μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.
Μα, γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο. Τι κι αν έχω δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός! Να βαπτιστώ Ορθόδοξος! «Όχι», είπε όμως ο ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς. «Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει!».
Το βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι όλα του τα παιδιά. Τους μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να βαπτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα, που τον εμπόδιζε να φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Οπωσδήποτε θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του. Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του.
Πάλη και αγώνας μεγάλος μέσα του. Φοβερό το δίλλημα! Ύστερα απ’ όσα είδε και άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Από την άλλη μεριά, όμως, αγαπά και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν' αποφασίσει ποια απ’ τις δύο ν' απαρνηθεί.
Έλεγε συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα του: «Ποια ν' απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν' αποφασίσω».
Άφωνα τα παιδιά μαζεύτηκαν στη γωνιά τους κι έγειραν τούτη τη νύχτα όχι μόνο νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα, για να κοιμηθούν.
- Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία;
Ο γερό-Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη τη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια.
Ξαφνικά ξαλάφρωσε η καρδιά του, λες και του έπαψε η τρικυμία, άρχισε να κοπάζει κι ο ανεμοστρόβιλος!
Στο μυαλό του τριγυρίζει η κατηγορηματική άρνηση του Ιεραποστόλου, που αποτελεί και απαράβατο νόμο της Ορθοδοξίας μας. Και τώρα κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητος. Τα χείλη του ασυναίσθητα ψιθύρισαν για πρώτη φορά μία προσευχή στον γλυκύ μας Ιησού, που, όπως έδειξαν τα πράγματα, έσκυψε πλάι του, αφουγκράστηκε τις επιθυμίες του και έσπευσε να τον βοηθήσει. Οι συντρόφισσές του ξαγρυπνούσαν έξω από την καλύβα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χωρίς να παίρνουν την μεγάλη απόφαση, ποια από τις δύο θα φύγει. Η νεότερη, γερμένη κάτω από τον φοίνικα, απελπισμένη και δακρυσμένη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και ανάμεσα σε όνειρο και οπτασία είδε την απαστράπτουσα μορφή του Εσταυρωμένου. Αυτού του Άγνωστου γι’ αυτήν μέχρι τότε Ιησού, που της είπε γλυκά και αποφασιστικά:
- Μάθε στη ζωή σου ότι αγάπη θα πει θυσία. Γι' αυτό βλέπεις και μένα πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστιανός και η Ορθοδοξία μας ζητούν να σταυρώσουμε τα πάθη μας, τις λανθασμένες επιθυμίες μας. Το «εγώ» και το «θέλω» πρέπει να υποτάσσονται στο «πρέπει». Φύγε, εσύ, που τον αγαπάς πιο πολύ, φύγε! Εγώ θα είμαι κοντά σου! Θα ευλογήσω τα βήματα σου! Θα σε προστατέψω! Μέγιστη θα είναι η ανταμοιβή σου γι' αυτή τη θυσία, και ας μη με γνωρίζεις! Θα είσαι και εσύ κάποτε κοντά μου ... εν τω Παραδείσω...
Ξύπνησε αναστατωμένη η Ζερμέν. Πετάχτηκε πάνω αποφασισμένη. Είχε αρχίσει ν' αχνοφέγγει. Μπήκε μέσα στην καλύβα, σκούπισε βιαστικά τα δάκρυα της με τις μαύρες ροζιασμένες παλάμες της και σκούντησε απαλά τον μέχρι τότε σύντροφο της που μισοκοιμόταν.
- Φεύγω, του είπε, γιατί έτσι πρέπει. Δεν μπορώ να αντισταθώ σ' εκείνη τη φοβερή δύναμη, που εκπέμπει ο Χριστός που αγαπάς και θέλεις να γίνεις ακόλουθός Του ... Φεύγω οριστικά! Γενηθήτω το θέλημά Του, ψιθύρισε η αγνή, ολόλευκη ψυχή της.
Δάκρυα χαράς και λύπης συνόδευσαν τον αποχωρισμό. Πήρε τα παιδιά της και χάθηκε μέσα στα δάση• εξαφανίστηκε. Τί δύναμη απόφασης! Τί μεγαλείο! Τί πανάκριβο δώρο κατέθεσε στα πόδια του Χριστού μας εκείνη την ώρα, χωρίς να το καταλάβει αυτή η γυναίκα, που έσφιξε την καρδιά της και έφυγε στο άγνωστο, απαρνούμενη την ήσυχη οικογενειακή εστία!
Χαρούμενος ο γέροντας Ζαϊρινός, με αλαφρωμένη την καρδιά, έτρεξε στον Ιεραπόστολό μας και του ανακοίνωσε τα συμβάντα. Ύστερα από μετάνοια και εξομολόγηση, δέχτηκε το Άγιο Βάπτισμα και ύστερα μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Η μεγάλη του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί. Αναγεννημένος πνευματικά, αποφάσισε να ζήσει με το Νόμο του Θεού.
Την επομένη της βάπτισης έγινε και ο Ορθόδοξος γάμος. Χαρές και ξεφαντώματα οι ιθαγενείς στο χωριουδάκι του Ζαΐρ!
'Όμως οι βουλές του Κυρίου είναι ανεξιχνίαστες! Τρεις ημέρες μετά τη βάπτισή του, ξαφνικά ο Χριστός μας τον κάλεσε κοντά Του στους ουρανούς. Κοιμήθηκε εν Κυρίω! «Μακάριοι οι εν Κνρίω αποθνήσκοντες ...».
Σαν βόμβα έσκασε σε όλο το αφρικανικό χωριό η είδηση. Έφυγε τόσο ξαφνικά ... εντελώς απροσδόκητα ... Απίστευτο! Εντύπωση έκανε σε όλους εκείνη η γλυκιά, ήρεμη, γελαστή μορφή του νεκρού νεοφώτιστου. Άγγελοι πήραν στα χέρια τους, προς καταισχύνη των δαιμόνων, εκείνη την ωραία ψυχούλα και την οδήγησαν στο θρόνο του Θεού, να ζήσει αιώνια στη Βασιλεία των Ουρανών.
Μαθαίνοντας το περιστατικό, επέστρεψε η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά της. Και έτσι, όλοι μαζί πια, βαπτίστηκαν Χριστιανοί και έζησαν ευτυχισμένοι, ακολουθώντας το δρόμο, που τους χάραξε ο Χριστός μας. Το Άγιο Φώς, που άναψε εκείνη τη μεγάλη νύχτα της απόφασης πάνω απ’ την καλύβα τους, δεν έσβησε ποτέ. Έγινε ο φάρος της ελπίδας και της σωτηρίας τους.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ- ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 
ΛΑΡΙΣΑ 2011
www.synodoiporia.gr (Πειραϊκή Εκκλησία)

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Προϋποθέσεις της Θεογνωσίας β΄μέρος(† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ)



5. Η ταπείνωση του νου

Ο αυτονομημένος νους, δηλαδή η λογική του ανθρώπου στην κατάσταση της πτώσης, δεν μπορεί να δει τα πράγματα του Θεού με την απαραίτητη καθαρότητα· είναι σκοτισμένος και πρέπει να καθαρθεί. Τότε θα μπορέσει να δεχθεί τη διδαχή του Χριστού.
Το κήρυγμα των αποστόλων είχε σαν κύριο στόχο την «εν Χριστώ κοινωνία», την προσωπική σχέση με τον Χριστό και την «εν Χριστώ» δόξα (Πράξ. δ' 12. ε' 28-32). Στό πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε η θεότητα με την ανθρωπότητα (Ιω. α' 14. Κολ. β' 9. Α' Τιμ. γ' 15) και πραγματοποιήθηκε αληθινή κοινωνία του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό· γιατί όπου είναι ο Υιός, εκεί είναι και ο Πατήρ, εκεί και το Άγιο Πνεύμα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον άνθρωπο: είναι αχώριστα ενωμένος με το λόγο του και το πνεύμα του· μόνο που στην περίπτωση του Θεού ο Λόγος και το Πνεύμα είναι «ενυπόστατα», έχουν δηλαδή δική τους υπόσταση! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να φθάσει με τις δικές του δυνάμεις σ' αυτή τη Θεοκοινωνία· την πραγματοποίησε ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού με την «κενωτική» Του αγάπη, που ξεπέρασε κάθε όριο επάνω στο Σταυρό (Φιλ. β' 5-8).
Το κήρυγμα αυτό δεν μπόρεσαν να το δεχθούν ούτε οι Ιουδαίοι ούτε οι Εθνικοί της εποχής των αποστόλων· η ενσάρκωση του Λόγου και ιδιαίτερα ο Σταυρός του Χριστού ήταν για τους πρώτους σκάνδαλο και για τους δεύτερους μωρία. Δεν μπόρεσαν να ερμηνεύσουν το Σταυρό ως καύχημα και δόξα (Γαλ. στ' 14. Ιω. ιβ' 32)• ήταν αληθινή πρόκληση για την ανθρώπινη λογική (Α' Κορ. α' 18).
«Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες ζητούν σοφία, εμείς όμως κηρύττουμε Χριστόν εσταυρωμένον· για τους Ιουδαίους μεν σκάνδαλο, για δε τους Έλληνες μωρία· αλλά για τους καλεσμένους, Ιουδαίους και Έλληνες, ο Χριστός είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία. Γιατί αυτό που θεωρείται θεία μωρία, είναι σοφότερο από τη σοφία των ανθρώπων και εκείνο που θεωρείται αδυναμία του Θεού, είναι ισχυρότερο από τη δύναμη των ανθρώπων» (Α' Κορ. α' 22-25. Πρβλ. Γαλ. ε' 11).
Ο απόστολος προκαλεί εδώ, γιατί δεν αισθάνεται την ανάγκη να προσαρμόσει το κήρυγμά του στην ανθρώπινη φιλοσοφία, η οποία απολυτοποιεί τον νου που έχει σκοτισθεϊ από την αμαρτία και δεν αναγνωρίζει την αναγκαιότητα μιας «κεκαθαρμένης διανοίας» και της «ανακαίνισης του νου» στο φως του Αγίου Πνεύματος. Σκοπός του δεν είναι να στηρίξει την πίστη με ανθρώπινα επιχειρήματα, αλλά να την θεμελιώσει στη θεία δύναμη• δεν ήθελε ανθρώπους εγγυητές, αλλά τον ίδιο τον Θεό· κήρυττε «τη μυστική σοφία του Θεού, η οποία ήταν κρυμμένη και την οποία ο Θεός προώρισε προ αιώνων για τη δική μας δόξα» (Α' Κορ. β' 4-7).
Η μυστική αυτή σοφία δεν αποκαλύπτεται στους «σοφούς και συνετούς» του κόσμου τούτου, αλλά στα «νήπια» (Ματθ. ια' 25. Λουκ. ι' 21), στα «μωρά του κόσμου», στα «αγενή» και εξουθενημένα», ώστε «κανείς άνθρωπος να μη μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού (Α' Κορ. α' 27-29). Ο αυτονομημένος άνθρωπος δεν θα ικανοποιήσει ποτέ την πνευματική του δίψα, γιατί απαιτεί, τα πράγματα του Θεού να προσαρμοσθούν πλήρως στις δυνατότητες της ανθρώπινης σκέψης. Όμως ο Θεός δεν γνωρίζεται με τον τρόπο που επιθυμεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό. Για να φθάσει ο άνθρωπος στη Θεογνωσία, πρέπει να ταπεινώσει το νου του.


6. Η διδαχή του Χριστού
Αν ο άνθρωπος έχει αγνή διάθεση και αγάπη για τον Θεό, θα επιθυμήσει την κάθαρση από τα πάθη και θα ταπεινώσει το νου του μπροστά στη Θεία βούληση και στη Θεία αγάπη. Θα ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού και θα εναρμονίσει μ' αυτή ολόκληρη τη ζωή του. Τη διδαχή του Χριστού κήρυξαν οι προφήτες και οι απόστολοι· όποιος αγαπάει τον Θεό Τον αφήνει να μιλήσει στη ζωή του και ακολουθεί τη φωνή Του. «Εμείς είμαστε από τον Θεό. Όποιος γνωρίζει τον Θεό, μας ακούει. Όποιος δεν είναι από τον Θεό, δεν μας ακούει. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουμε το Πνεύμα της αληθείας από το πνεύμα της πλάνης» (Α' Ιω. δ' 6).
«Πας ο πιστεύων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»· όποιος παραβαίνει και δεν μένει στη διδαχή του Χριστού, δεν έχει Θεό· «εκείνος που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον Υιόν» (Β' Ιω. 9)· «εκείνος που πράττει το καλό (ο αγαθοποιών), είναι εκ του Θεού· ο δε κακοποιών δεν έχει ιδεί τον Θεό» (Γ' Ιω. 11).
«Εάν επιθυμείς αληθινά τη θεωρία των μυστηρίων, εξάσκησε με έργα τις εντολές και όχι ερευνητικά και με τη μάθηση· η πνευματική θεωρία ενεργεί μέσα μας στον τόπο που είναι καθαρός· και ζήτησε πρώτα να μάθεις πώς μπορείς να εισέλθεις σ' αυτόν τον τόπο της καθαρότητος και κατόπιν άρχισε το έργο» (Ισαάκ ο Σύρος). Οποιος λοιπόν επιθυμεί να γνωρίσει τον Θεό, πρέπει να γίνει άνθρωπος αγάπης, να ανταποκριθεί δηλαδή ελεύθερα στην αγάπη του Θεού με τη δική του αγάπη. Όμως για να το κάνει αυτό με συνέπεια πρέπει να επιθυμεί την ελευθερία του από τα πάθη και να αγωνίζεται ν' απαλλαγεί από αυτά, πρέπει να έχει αληθινά αγαθή πρόθεση, να «διψάει» για τον Θεό και να εγκαταλείψει την αυτονομία του, να ταπεινωθεί και να ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού, όχι τη «συνταγή του όφεως»!


7. Η δύναμη του Πνεύματος

Με την πτώση του ανθρώπου σκοτίστηκε και ο νους του και δεν μπορεί να «δει» καθαρά. Όμως με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος καθοδηγείται και ο νους μας· απαλλάσσεται από την επήρεια του Διαβόλου και οδηγείται στην σωτήρια αλήθεια του Θεού.
Η γνώση στην οποία ο άνθρωπος οδηγείται με την επιστήμη δεν είναι η σωτήριος αλήθεια, γιατί είναι κτιστής τάξης, πρόκειται για την κατανόηση της «κτιστής αλήθειας». Τέτοια είναι η γνώση της ιατρικής, της βιολογίας, της γεωγραφίας κ.ο.κ. Η επιστήμη λοιπόν, που στηρίζεται στις ανθρώπινες προσπάθειες, έχει ως στόχο την «κτιστή» πραγματικότητα, δεν ξεπερνάει την δημιουργία, ώστε να ανακαλύψει τον Θεό ή και να προσδιορίσει τις προσωπικές του σχέσεις με τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει πως κανείς άνθρωπος, οσοδήποτε κι αν έχει προχωρήσει στη διερεύνηση της δημιουργίας, δεν αποκτά το δικαίωμα, στο όνομα της επιστημονικής του ικανότητας, να έχει μια οποιαδήποτε βαρύνουσα γνώμη για τις άκτιστες αλήθειες του Θεού. Οι όποιες απόψεις του, θα είναι καρπός των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, όχι αποτέλεσμα «επιστημονικής» έρευνας.
Η βάση αυτή μας βοηθεί να κατανοήσουμε, γιατί πολλοί άνθρωποι, που διέπρεψαν στην επιστήμη, δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο για την «αλήθεια και τη ζωή» (Ιω. ιδ' 6), γιατί ένας άθεος μπορεί εξίσου να είναι μεγάλος επιστήμονας, όπως και ένας πιστός!
Στην γνώση των πραγμάτων του Θεού, στην αληθινή Θεογνωσία, δεν οδηγεί το πνεύμα του ανθρώπου, αλλά το Άγιο Πνεύμα, η Θεία αποκάλυψη (πρβλ. Ιακ. γ' 13-19). Το Πνεύμα του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο στην επίγνωση της άκτιστης αλήθειας. Έτσι ο Θεός δεν ανακαλύπτεται, αλλά αποκαλύπτεται.
Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές των ανθρώπων, η «γνώση του Θεού», η Θεία αποκάλυψη, ολοκληρώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού· «εν Υιώ» ελάλησε σε μας ο Θεός στις έσχατες αυτές ήμερες·  «η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εδόθη» (Εβρ. α' 1. Ιω. 17).
Ο Χριστός, στο αποχαιρετιστήριο κήρυγμά του προς τους αποστόλους, μίλησε για άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ' 16), δηλαδή για το Άγιο Πνεύμα, που θα «ελέγξει τον κόσμο» (Ιω. ιστ' 8) αναφορικά με την πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και τη σχέση Του προς τον Πατέρα. «Έχω πολλά ακόμη να σας πω», πρόσθεσε ο Κύριος, «αλλά δεν μπορείτε να τα βαστάξετε τώρα. Αλλ' όταν έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θα σας οδηγήσει εις όλη την αλήθεια, διότι δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του, αλλά θα πει όσα ακούσει και θα σας αναγγείλει εκείνα που μέλλουν να συμβούν. Εκείνος θα δοξάσει εμέ, διότι θα πάρει από ό,τι είναι δικό μου και θα σας το αναγγείλει. Όλα όσα έχει ο Πατήρ μου, είναι δικά μου» (Ιω. ιστ' 12-16).
Οι απόστολοι ήταν πάντοτε κοντά στο Χριστό, άκουαν συνέχεια τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματα· όμως με τις δικές τους ικανότητες στάθηκε αδύνατο να γνωρίσουν την αλήθεια για το πρόσωπο του Χριστού· έπρεπε να τους το αποκαλύψει ο ίδιος ο Θεός! (Ματθ. ιστ' 17)· πριν από την πεντηκοστή δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν τον Κύριο και να αντιληφθούν τη δόξα Του. Ακόμη και οι τρεις μαθητές που παραβρέθηκαν στο όρος της μεταμόρφωσης δεν έζησαν ολόκληρο το μεγαλείο της δόξης του Χριστού, αλλά μόνο ένα μέρος, «καθώς ηδύναντο»! (Απολυτίκιο της μεταμορφώσεως. Προβλ. Ιω.: 12-16).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο αναστημένος Κύριος παραγγέλλει στους αποστόλους να περιμένουν στην Ιερουσαλήμ ώσπου να ενδυθούν «δύναμη εξ ύψους» (Λουκ. κδ' 49). Μόνο τότε θα μπορέσουν να είναι «μάρτυρές» Του στην Ιερουσαλήμ και... μέχρι των περάτων της γης» (Πράξ. α' 8). Πράγματι οι απόστολοι άρχισαν μετά την πεντηκοστή το κήρυγμα χωρίς πια κανένα φόβο για τους διωγμούς των Ιουδαίων και των Εθνικών: με δύναμη και εξουσία (Πράξ. δ' 1-20)· «ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α' Κορ. ιβ' 3).
Έτσι το κήρυγμα των αποστόλων δεν γινόταν «με πειστικούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με πειθώ Πνεύματος και δυνάμεως, διά να μην είναι η πίστη μας θεμελιωμένη επάνω στη σοφία των ανθρώπων, αλλά στη δύναμη του Θεού... Εμείς δε δεν ελάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από τον Θεό, για να γνωρίσουμε εκείνα που μας εχαρίσθησαν από τον Θεό... O φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, γιατί γι' αυτόν είναι μωρία, δεν μπορεί να το καταλάβει, διότι πρέπει να εξετασθούν πνευματικά. Αλλ' ο πνευματικός άνθρωπος κρίνει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν κρίνεται από κανέναν. «Γιατί ποιος εγνώρισε τη σκέψη του Κυρίου, ώστε να Τον διδάξει; Εμείς όμως έχουμε νουν Χριστού» (Α' Κορ. β' 4-16. πρβλ. Ησ. μ' 13).
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Ορθοδοξία μας»
Αγοράστε το online εδώ

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Προϋποθέσεις της Θεογνωσίας († π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ)



Προϋποθέσεις της Θεογνωσίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ
Η γνώση του Θεού δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά δώρο του ίδιου του Θεού. Δεν «βρίσκει» ο άνθρωπος τον Θεό, αλλά ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Όμως ο άνθρωπος δεν μένει «παθητικός δέκτης» της Θείας χάρης, η θεογνωσία περνάει μέσα από την ελεύθερη προαίρεση του· δεν αποτελεί βιασμό της ανθρώπινης προαίρεσης. Είναι λοιπόν ανάγκη να αποδείξουμε έμπρακτα την επιλογή μας και ας δοΰμε με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει.


1. Αγαθή διάθεση
Η θεογνωσία απαιτεί καθαρότητα καρδιάς και αγνότητα διάθεσης. Ο πονηρός άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην αληθινή γνώση του Θεού, οσοδήποτε κι αν ερευνήσει, κι αν ακόμη αποστηθίσει ολόκληρη την αγία Γραφή.
Το πονηρό πνεύμα έφερε τον Χριστό στο άκρον της στέγης του Ναού και του είπε: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, πέσε κάτω, γιατί είναι γραμμένο ότι θα διατάξει τους αγγέλους να σε προσέχουν και να σε σηκώσουν στα χέρια, για να μη σκοντάψει σε πέτρα το πόδι σου» (Ματθ. δ' 6. Ψαλμ. 90, 11).
Εδώ η πρόθεση του Σατανά δεν ήταν αγνή, δεν ζητούσε την προσωπική ένωση με τον Χριστό, την πραγματική Θεογνωσία, αλλά προσπάθησε να παρασύρει τον Κύριο σε ενέργεια πονηρή, δεν ήταν πράξη εμπιστοσύνης, αγάπης και υπακοής στο θέλημα του Πατρός, δεν αναφερόταν στο θείο σχέδιο, αλλά ήταν έκφραση υποταγής στο σχέδιο του όφεως. Γι' αυτό το λόγο ο Κύριος απαντά: «Πάλι είναι γραμμένο· δεν πρέπει να πειράξεις Κύριον τον Θεόν σου» (Ματθ. δ' 7. Λουκ. δ' 12. Δευτερ. στ' 16. Πρβλ. Α' Κορ. ι’ 9. Αριθ. κα' 5-6).
Όποιος δεν ξεκινάει από αγνή διάθεση, ποτέ δεν θα φθάσει στη Θεότητα του Κυρίου· δεν θα μπορέσει να ενωθεί με Αυτόν, οσοδήποτε κι αν ερευνήσει, οσοδήποτε κι αν μελετήσει την αγία Γραφή.

«Εδίψησε η ψυχή μου πρός τον Θεό τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού;» ·εδίψασε η ψυχή μου για τον ζωντανό Θεό, πότε θα έλθω και θα δω το πρόσωπο του Θεού μου; (Ψαλμ. μβ' 3). Εκείνος που θα διψάσει για τον Θεό θα τρέξει σαν το ελάφι στην πηγή (Ψαλμ. μα' (μβ') 1-3), δηλαδή στον Χριστό (Ιω. δ' 10). Αντίθετα, όποιος προσπαθήσει να σβήσει τη δίψα μόνος, δεν θα το πετύχει ποτέ: «εγώ τω διψώντι δώσω έκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν», δηλαδή σε κείνον που διψά εγώ θα δώσω δωρεάν από την πηγή του ύδατος της ζωής (Αποκ. κα' 6)• «ο διψών ερχέσθω, και ο θέλων λαβέτω ύδωρ ζωής δωρεάν», εκείνος που διψάει ας έλθει και εκείνος που το επιθυμεί ας λάβει δωρεάν ύδωρ ζωής (Αποκ. κβ' 17).
Για να οδηγηθεί λοιπόν κανείς στην αληθινή Θεογνωσία πρέπει να έχει γνήσια διάθεση, να διψάει για τον Θεό. Να μη είναι δηλαδή το κίνητρο του διανοητική υπόθεση ή ικανοποίηση περιεργείας. Αυτός που φλέγεται από την επιθυμία του Θεού δεν προκαλεί, δεν εκπειράζει τον Κύριο! Η σωτήρια γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση διανοητική, ούτε αποβλέπει στην ικανοποίηση της δίψας για μάθηση. Ξεκινάει από τη βαθειά επιθυμία της καρδιάς για προσωπική κοινωνία αγάπης με τον Πλάστη Θεό και αφορα ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Μ' αυτή τη διάθεση πρέπει κανείς να προσεγγίζει τη γνώση του Θεού.


2. Η αγάπη
Μια άλλη βασική προϋπόθεση της Θεογνωσίας είναι η αγάπη. Ο ίδιος ο Θεός είναι αιώνια αγάπη και επιθυμεί να έλθει σε προσωπική κοινωνία με τον άνθρωπο «εν ελευθερία».
Δεν μπορεί ο άνθρωπος να εξαναγκάσει την αγάπη του Θεού, αλλά ούτε και ο Θεός θέλει να βιάσει τον άνθρωπο, να του επιβάλει την αγάπη Του. Η αγάπη είναι ένα δώρο του Θεού (Γαλ. ε' 22) και προσφέρεται όπου και όταν ο Θεός θέλει και σε όποιον Εκείνος θέλει (Α' Κορ. β' II. Εβρ. β' 4). Μόνο που ο Θεός δεν μεροληπτεί, θέλει να οδηγηθούν όλοι οι άνθρωποι στην αληθινή Θεογνωσία, δηλαδή στη σωτηρία (Α' Τιμ. β' 4). Η αγάπη του Θεού περιβάλλει όλους τους ανθρώπους.
Όμως πρέπει και ο άνθρωπος να απαντήσει στην αγάπη του Θεού με τη δική του αγάπη. Τότε ο Θεός θα του αποκαλυφθεί και ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό• «εάν κανείς αγαπά τον Θεό, αυτός έχει γνωριστεί από τον Θεό» (Α' Κορ. η' 3), θα ακούσει την φωνή Του να τον καλεί να περάσει μέσα στη νεφέλη, να ανεβεί στην κορυφή του όρους, να δει τη δόξα του Θεού και να ακούσει τη φωνή Του: «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου·... μην έχεις άλλους Θεούς πλην εμού. Μη κάμεις για τον εαυτό σου είδωλο... μην προσκυνήσεις αυτά και μην τα λατρεύσεις, γιατί Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής» (Δευτερ. ε' 6-9).
H αγάπη πρός τον Θεό εκφράζεται με την ελευθερία του ανθρώπου από τη λατρεία οποιωνδήποτε «άλλων θεών», ακόμη και από τη λατρεία του εαυτού μας. Αυτή η ελευθερία αποτελεί «άνοιγμα» στη Θεία αγάπη. Με τη θέλησή του πλέον ο άνθρωπος αρνείται το δικό του θέλημα και κάνει θέλημά του το θέλημα του Θεού. Δείχνει την αγάπη του ακολουθώντας τη διδαχή του Χριστού. Όταν αγαπούμε κάποιον, δοκιμάζουμε ιδιαίτερη χαρά να ταυτίζουμε το θέλημα μας με το δικό του θέλημα. Αυτό δεν το θεωρούμε δύσκολο, ώστε να το νιώθουμε σαν κάποια θυσία. Γι' αυτό και όποιος παραβαίνει τη διδαχή του Θεού. δεν αγαπά τον Θεό. «Όποιος λέγει ότι μένει εν Αύτω οφείλει να ζει όπως έζησε και ο Χριστός (Α' Ιω. β' 6).
Αλλά η αγάπη προς τον Θεό εκφράζεται και ως αγάπη προς τον πλησίον. Αν κανείς πει «αγαπώ τον Θεό», αλλά μισεί τους αδελφούς του, αυτός είναι ψεύτης, γιατί εκείνος που δεν αγαπά τον αδελφό του που τον έχει δει, πώς είναι δυνατόν να αγαπά τον Θεό που δεν τον είδε; Αυτή την εντολή έχουμε από Αυτόν! Όποιος αγαπάει τον Θεό, να αγαπάει και τους αδελφούς του» (Α' Ιω. δ' 19-21)

Η αληθινή αγάπη, η αγάπη του Θεού δεν κομματιάζε¬ται· προσφέρεται ολόκληρη προς όλους χωρίς εξαίρεση· δεν μπορείς να πεις: αγαπώ τον ένα αλλά όχι και τον άλλο, αγαπώ τον Θεό, αλλά όχι και τους ανθρώπους. Είναι όπως η αγάπη της μητέρας προς τα πολλά παιδιά της· τα αγαπά όλα εξίσου, χωρίς να «μερίζει» την αγάπη της, γιατί η αληθινή αγάπη είναι αμέριστη!


3. Η κάθαρση

Αν ο άνθρωπος χαρίσει στον Θεό την αποκλειστική του αγάπη, τότε θα κάνει τα πάντα, για να καθαρίσει την καρδιά του, προκειμένου να αποδείξει ότι επιθυμεί την κοινωνία και την αγάπη του Θεού (Ματθ. ε' 8). «Όποιος έχει την ελπίδα σ' Αυτόν αγνίζεται, όπως Εκείνος είναι αγνός... Όποιος αμαρτάνει, δεν τον έχει δει, ούτε τον έχει γνωρίσει» (Α' Ιω. γ' 2-6).
Η Θεία αποκάλυψη είναι ανάλογη με την καθαρότητα του κάθε ανθρώπου, γιατί η αγάπη του Θεού ζητάει την ανταπόκριση του ανθρώπου και δεν παραβιάζει την ελεύθερη βούλησή μας. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στην περίπτωση του Ισραήλ: Ο ισραηλιτικός λαός, που τόσες φορές ταλαντευόταν στην αγάπη του προς τον Θεό, προχώρησε μέχρι τους πρόποδες του όρους· είδε τη δόξα του Θεού από μακριά, σαν φλόγα στην κορυφή του όρους. Οι συνοδοί του Μωυσή ανέβηκαν μαζί μ' αυτόν στο όρος και είδαν «τον τόπο όπου εστάθη ο Θεός». Τέλος ο Θεός καλεί τον Μωυσή να εισέλθει στη νεφέλη, στο ψηλότερο σημείο του όρους, να μείνει εκεί σαράντα ημερόνυχτα, για να λάβει ολόκληρη την αποκάλυψη του Θεού.
«Τα χαρίσματα του Θεού έρχονται μόνα τους χωρίς συ να αισθανθείς. Ναί, έρχονται μόνα τους, όμως εάν ο τόπος είναι καθαρός και όχι ρυπαρός. Εάν η κόρη του οφθαλμού της ψυχής σου δεν είναι καθαρή, μην τολμήσεις να δεις στη σφαίρα του νοητού ηλίου, για να μη στερηθείς κι αυτό το λιγοστό φως, που είναι η απλή πίστη και η ταπείνωση και η καρδιακή εξομολόγηση και τα λίγα έργα που κατά δύναμη πράττεις και ριφθείς σε κάποιο σκοτεινό τόπο που υπάρχει στο εξώτερο σκότος, έξω από Θεό, που εξεικονίζει τον Άδη, όπως εκείνος που θέλησε να εισέλθει αναίσχυντα στο γάμο με ρυπαρά ρούχα» Ισαάκ ο Σύρος. Ματθ. κβ' 1-15).
Τα μάτια που είναι άρρωστα δεν μπορούν χωρίς βλάβη να δουν το φως. Το ίδιο ισχύει και για τα πνευματικά μάτια του ανθρώπου· δεν «αντέχουν» στη θέα του άκτιστου Θείου φωτός που είναι δωρεά του Θεού, πνευματικό χάρισμα. Έχουμε λοιπόν ανάγκη από πνευματική κάθαρση.
Προϋπόθεση για την κάθαρση του ανθρώπου είναι ο αγώνας εναντίον των παθών. Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεό, δεν υποδουλώνεται σε τίποτε άλλο και αγωνίζεται εναντίον των παθών. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση. Η υποδούλωση στα πάθη απομακρύνει από τον Θεό!
«Εκείνος λοιπόν που αγαπά τα χρήματα και συγκινείται από τη φθαρτή ομορφιά των σωμάτων και υπερτιμά την ψεύτικη δόξα, ξόδευσε τη δύναμη της αγάπης σε όσα δεν έπρεπε και έγινε τελείως τυφλός για να δει τον όντως αγαπητό. Για τούτο λέγει: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου» (Μ. Βασίλειος. Μάρκ. ιβ' 30).
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος υπογραμμίζει αυτό με τα εξής λόγια: «Εις εκείνους που είναι κυριευμένοι από την απιστία και τα πάθη, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι τελείως απρόσιτη και αθεώρητη».
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συνοψίζει: «Εάν θέλεις να γίνει η καρδιά σου τόπος των μυστηρίων του καινού αιώνος, πρώτος θησαύρισε με σωματικά έργα, δηλαδή νηστεία, προσευχή, άσκηση, υπομονή, καταστροφή των πονηρών λογισμών και τα όμοια με αυτά· δέσμευσε το νου σου στην ανάγνωση και τη μελέτη των Θείων Γραφών· θέσε μπροστά στα μάτια σου τις εντολές του Κυρίου και αγωνίσου εναντίον των παθών· εκρίζωσε από την καρδιά σου με την προσευχή κάθε εικόνα και κάθε ομοίωμα, που δέχθηκες προτύτερα από την ενθύμηση των παλαιών σου κακών πράξεων· συνήθισε το νου σου να μελετά πάντοτε τα μυστήρια της οικονομίας του Κυρίου μας και παύσε να ζητάς τη γνώση και τη θεωρία, που υπερβαίνουν την διήγηση των λόγων· ακολούθησε την εργασία των εντολών και τα έργα της καθαρότητας».
Η αληθινή Θεογνωσία, δεν αποβλέπει στην ικανοποίηση της περιέργειας του ανθρώπου και δεν είναι διανοητικής τάξεως. Όποιος θέλει να ικανοποιήσει την περιέργειά του και ασχολείται με ερωτήματα διανοητικής τάξεως, που προϋποθέτουν την υποταγή του Θεού στα δεδομένα της ανθρώπινης διάνοιας, θα απογοητευθεί ή θα οδηγηθεί στην πλάνη. Όποιος όμως ποθεί την αληθινή γνώση του Θεού, δεν ζητάει να ικανοποιήσει την περιέρ-γειά του· ταυτίζει το θέλημα του με το θέλημα του Θεού και καθαρίζει τη διάνοια και το σώμα του για να δεχθεί την Θεϊκή επέμβαση στη ζωή του.
Οι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από το ζυγό των παθών δύσκολα θα πιστέψουν στην ύπαρξη ενός προσωπικού Θεού. Γιατί η πίστη αυτή έχει συνέπειες για την καθημερινή τους συμπεριφορά (Παροιμ. κη' 5. Ψαλμ. ιγ/ιδ' 1). Αν κανείς δεν επιθυμεί καθαρότητα στο πνεύμα και στο σώμα, δεν μπορεί να βρει τον Θεό:

«Οι διεστραμμένοι λογισμοί χωρίζουν από τον Θεό
και η παντοδυναμία που εκπειράζεται
απομακρύνει τους άφρονες.
Η σοφία δεν θα μπει σε πονηρή ψυχή,
ούτε θα κατοικήσει σε σώμα,
υποδουλωμένο στην αμαρτία.
Γιατί το Άγιο Πνεύμα της παιδαγωγίας
αποφεύγει το δόλο·
στέκεται μακρυά από πονηρές σκέψεις
και απομακρύνεται σαν πλησιάζει η αδικία».
(Σοφ. Σολ. α' 3-5)

Ακριβώς αντίθετος είναι ο δρόμος του Κυρίου:

«Ο νόμος του Κυρίου είναι άμεμπτος,
επιστρέφει ψυχές·
η μαρτυρία του Κυρίου πιστή,
και νήπια αναδεικνύει σοφά.
Οι εντολές του Κυρίου είναι ευθείς,
ευφραίνουν την καρδιά·
η εντολή του Κυρίου είναι ακτινοβόλος,
φωτίζει οφθαλμούς».
(Ψαλμ. ιη’/ιθ' 8-9)

Η κάθαρση της ψυχής από κάθε ταπεινή επιθυμία και πάθος οδηγεί τον άνθρωπο στο δρόμο της Θεογνωσίας, στο άνοιγμα της καρδιάς του ανθρώπου, για να χωρέσει τα δώρα του Θεού.

4) Η ταπείνωση
Το να εγκαταλείψει ο άνθρωπος την αυτονομία του, σημαίνει να ταπεινώσει τον εαυτό του μπροστά στον Θεό και να περιμένει από Εκείνον τη σωτηρία. Χωρίς ταπείνωση δεν είναι δυνατή η κοινωνία με τον Θεό. Αυτό βεβαιώνει η αγία Γραφή:
«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε' ιη' 3). «Ο πτωχός τω πνεύματι δεν πασχίζει να εννοήση τα ανερμήνευτα, να αποκαλύψει τα μυστήρια του Θεού· πιστεύει απλά στο λόγο του Θεού γνωρίζοντας ότι κάθε λέξη θεία είναι αλήθεια, πνεύμα και αιώνια ζωή».
Όποιος ακολουθήσει τον δρόμο της αυτονομίας, θα λοξοδρομήσει και δεν θα φθάσει στο «σκοπό». Έτσι ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος υπογραμμίζει ότι με τους «νόμους της γνώσης», που κυβερνούσαν τον κόσμο πρίν από την εμφάνιση του Χριστού, ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να υψώσει το κεφάλι του και να αισθανθεί τη δύναμη του Κτίστου του». Αλλά και τώρα, την εποχή της πίστης, πολλοί άνθρωποι επιθυμούν και πάλι να λοξοδρομήσουν από την «ευθεία οδό στην ταπεινότητα της ανθρώπινης γνώσης», η οποία είναι «πτωχή και ταπεινή, όσο και αν φαίνεται πλούσια, ενώ τους θησαυρούς της πίστης δεν τους χωρούν ο ουρανός και η γη».
Αυτή η «αυτογνωσία» του ανθρώπου είναι καρπός ελεύθερης επιλογής και βασική αιτία, για την οποία ο άνθρωπος απορρίπτει τους θησαυρούς της πίστης.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρομοιάζει τον  αυτονομημένο άνθρωπο με το σιδερά, που παίρνει το αναμμένο σίδερο όχι με την τσιμπίδα, αλλά με το χέρι του, πράγμα που θεωρείται ανόητο, «έτσι και οι φιλόσοφοι, επειδή επέμεναν ότι μόνοι των δύνανται να εύρουν αυτά, περιφρόνησαν την πίστη και διά τούτο βεβαίως δεν ευρήκαν τίποτε απ' όσα ζητούσαν».
Ο τρόπος λοιπόν που προσεγγίζει κανείς την αλήθεια του «ποιος» έχει αποφασιστική σημασία. «Τέτοια είναι η φύση των μυστηρίων μας· αλλιώς διάκειμαι εγώ τρός αυτά και αλλιώς ο άπιστος. Ακούω ότι έγινε δούλος (ο Κύριος) και θαυμάζω την φροντίδα Του· το ακούει κι εκείνος και το θεωρεί ατιμία. Ακούω ότι απέθανε και εκπλήττομαι διά την δύναμή Του, διότι αν και απέθανε, δεν κατεκρατήθη αλλά και κατήργησε το θάνατο• ακούει κι εκείνος και υποπτεύεται αδυναμία» (Ι. Χρυσόστομος).
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ



ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥPDFΕκτύπωσηE-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Kiriakos Diamantopoulos   
Σάββατο, 26 Νοέμβριος 2011
ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥΓιορτάζουμε σήμερα 26 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Στυλιανού, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Άγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία όταν βασιλιάς ήταν ο Θεοδόσιος ο Μεγάλος. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και πλούσιοι, από αυτούς διδάχτηκε να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων. Αφού ανατράφηκε όπως έπρεπε θεώρησε ότι ήταν εγκληματικό αυτός να είναι πλούσιος κι άλλοι να μην έχουν να φάνε και μοίρασε τον πλούτο που είχε στους φτωχούς όταν πέθαναν οι γονείς του. Άφησε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός. Με την επίπονη άσκηση και την σκληραγώγηση του εαυτού του, σύντομα ο Άγιος Στυλιανός ξεπέρασε τους υπόλοιπους μοναχούς. Αργότερα ασκήτευσε στην έρημο σε ένα σπήλαιο, όπου προσευχόταν, μελετούσε τις γραφές και όπως λέγεται του έφερνε τροφή ένας Άγγελος.

Η φήμη του Αγίου Στυλιανού είχε εξαπλωθεί και πολλοί πιστοί έρχονταν στο σπήλαιο της ερήμου να τον βρουν και να αποκομίσουν ψυχικά και σωματικά οφέλη. Εκείνη την εποχή υπήρχε μια θανατηφόρος ασθένεια που έφερνε τον θάνατο σε όλα τα νήπια. Οι πιστοί γονείς επικαλούνταν με πίστη το όνομα του Αγίου Στυλιανού, ζωγράφιζαν την εικόνα του, και κατάφερναν να γεννούν υγιή παιδιά ή να θεραπεύονται, με τη Χάρη του Θεού, τα παιδιά που είχαν ήδη αρρωστήσει.
Ακόμη και στις μέρες μας ο Άγιος Στυλιανός θεωρείται προστάτης των παιδιών και μεσιτεύει στο Θεό ώστε να θεραπευτούν παιδιά από ασθένειες καθώς και η στειρότητα των γυναικών.
Και αφού έζησε σαν επίγειος Άγγελος, κοιμήθηκε πλήρης ημερών αλλά και αρετών.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!


Ανάλυση ονόματος:
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ: (από την λέξη στύλος = το στήριγμα) = το στήριγμα, ο βοηθός.

Απολυτίκιο:

Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς Ἐκκλησίας Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε, ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Το συναξάρι επιμελείται ο συνεργάτης του agioritikovima.gr Κυριάκος Διαμαντόπουλος


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ: «ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΒΗΡΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!»



ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ: «ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΒΗΡΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!»

Ξέρω ότι όσοι σκέφτονται την κόλαση δε θα φθάσουν εκεί και ο Σέργιος είναι ένας απ’ αυτούς. Έφυγε πριν από 14 χρόνια – ήταν τότε 15 χρονών – με τα πόδια για το Άγιον Όρος! Και μετά από επτάμιση μήνες έφτασε στο περιβόλι της Παναγίας.

Ξεκίνησε από το Τομπολσκ (δυτική Σιβηρία) & δια μέσω Εκατερινμπουργκ, Σαμάρα, Σαράτωβ, Ροστόβ και Ντον, έφτασε στην Ουκρανία μέσω Ντόνετσκ, Κέρσον (εδώ κόντεψε να πνιγεί στον ποταμό Νίπρου, όπου τον έσωσαν κάποιοι ψαράδες), Οδησσό, Βεσσαραβία και πέρασε στη Ρουμανία όπου διέσχισε τον Δούναβη κολυμπώντας 45 λεπτά, έπειτα Βουλγαρία και Ελλάδα, όπου έφτασε στο Άγιον Όρος.

Η αλήθεια είναι ότι όπου υπάρχει θάρρος, υπάρχει και αγιοσύνη. Μεγάλη εμπιστοσύνη στην Παναγία είχε ο Σεργκέι Αλεξέεβιτς.
 Η Μπορογκόντνιτσα, όπως ο ίδιος λέει, με προστάτευσε και δεν αισθάνθηκα να με πιέζουν τα επίγεια και οι βιοτικές ανάγκες. Ο Σεργέι είναι ένας νεαρός και φτωχός μοναχός, που δεν έχει τίποτα στον κόσμο. Είναι 29 ετών και βρίσκεται στο Αγ. Όρος ήδη 14 χρόνια. Ασκητεύει σ’ ένα από τα πιο σκληρά μέρη του Όρους – στα Καρούλια- και είναι υποτακτικός του Αββα Παμβώ.

Οι μοναχοί αυτού του τόπου είναι πραγματικά σταυρωμένοι μεταξύ ουρανού και γης και σε πολλούς απ’ αυτούς δε μπορείς να φτάσεις εάν δε σου ρίξουν μια σκάλα.

Όταν είδα για πρώτη φορά τον Σέργιο είπα ¨κοίτα ένας αληθινός χριστιανός που δεν έχει καθόλου πονηρία¨ εξαιτίας της ψυχικής γαλήνης με την οποία με πλησίασε. Είχε έρθει στη σκήτη Λάκκου, για τη γιορτή του Αγ. Δημητρίου κι ενώ εμείς είχαμε έρθει με το λεωφορείο, αυτός είχε έρθει από την Αγ. Παύλου περπατώντας τρεις ώρες.

Ήρθε και μου μίλησε με τα ελάχιστα ρουμάνικα που γνώριζε, αλλά πέρα από τα λόγια, αισθάνθηκα ότι ο Σέργιος δεν έχει φέρει μαζί του στο Όρος καμία από τις πονηριές του αιώνος τούτου, ούτε μια βρώμικη σκέψη, αλλά μόνο την αθωότητα της παιδικής του ηλικίας. Και από πάνω θεωρεί ότι δεν υπέφερε αρκετά ακόμη κι αν οι γονείς του – γιατροί χειρούργοι και οι δύο – σκοτώθηκαν στην Τσετσενία όταν ο Σέργιος ήταν 12 ετών. ¨Τι είναι τα βάσανα μου μπροστά σ΄ αυτά του Χριστού; ¨ Αυτόν την αδελφή του και τον αδελφό του, τους υιοθέτησε μια οικογένεια γιατρών, χειρουργοί και αυτοί, οι οποίοι πήγαν στην Τσετσενία αλλά γλύτωσαν. Απαλλαγμένος από τις βιοτικές μέριμνες, έχει τόσην ελευθερία, που εμείς του κόσμου δύσκολα μπορούμε να την αποκτήσουμε. Γι’ αυτό αλλά και για την παντοτινή του χαρά να βλέπει στον καθένα μας το Θεό, τον ζήλεψα. Όταν τον ρώτησα,τι έκανε με το σχολείο αφού έφυγε από το σπίτι τόσο νωρίς, μου είπε. «Αν ήξερα όσα ξέρετε εσείς και δεν ήξερα πώς να σώσω την ψυχή μου, τι θα μου χρησίμευε;».

''Εφοίτησα λίγους μήνες στην Αθωνιάδα και κατάλαβα ότι όπου υπάρχει η σοφία του Θεού, δε χρειάζεται η εγκόσμια μόρφωση. Το Θεό μπορείς να Τον αγαπήσεις, αλλά ποτέ να Τον σκεφτείς.''

Αμήν, του απάντησα , ενώ κατεβαίναμε το μονοπάτι μεταξύ Σιμωνόπετρας και Γρηγορίου για τη γιορτή της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Είπαμε κι άλλα με το Σέργιο, στον οποίο όλο φώναζα, ¨ Σιγά πιο σιγά¨. Μου έλεγε ότι δε μπορεί να πάει πιο σιγά επειδή πάντοτε σκέφτεται το θάνατο, την κόλαση, την κρίση – άλλες φορές τον παράδεισο και την Ανάσταση- και ξεχνάει να περπατήσει αργά.

Φθάσαμε αργά και δεν ξεκουραστήκαμε παρά στις τρεις το πρωί και για δύο ώρες. Το πρωί χαιρετηθήκαμε επειδή ο αββάς Παμβώ του είχε δώσει τριήμερη άδεια για να προσκυνήσει και τώρα βιαζόταν να επιστρέψει στην υπακοή του.

Κοιτάζοντας τον προχωρώντας, σκέφτηκα ότι τα βήματα των μοναχών ζωγράφιζουν κάτι σαν ουράνια νησιά στο Άγιον Όρος.


proskynitis.blogspot.com

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ, TOY ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ


ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ, TOY ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣPDFΕκτύπωσηE-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Kiriakos Diamantopoulos   
Πέμπτη, 24 Νοέμβριος 2011 
ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣΓιορτάζουμε σήμερα 24 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Κλήμεντος του Ιερομάρτυρος και Επισκόπου Ρώμης, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Άγιος Κλήμης ήταν Ρωμαίος αριστοκράτης από βασιλικό γένος, ήταν γιος του Φαύστου και της Ματθιδίας. Ο Άγιος Κλήμης σπούδασε όλες τις επιστήμες της ελληνικής παιδείας, μέχρι που συνάντησε τον Απόστολο Πέτρο και διδάχθηκε απ'αυτόν την αληθινή πίστη και θεογνωσία, οπότε έγινε θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου και έγραψε αρκετά συγγράμματα. Ο Άγιος Κλήμης υπήρξε τρίτος Επίσκοπος Ρώμης, αφού διαδέχθηκε τον Ανέγκλητο, περίπου το 92 μ.Χ. 
Όπως λέγεται, ο Απόστολος Παύλος, διέκρινε τον Άγιο Κλήμεντο: «σοφούς εις το αγαθόν, ακεραίους δε εις το κακόν» (Προς Ρωμαίους, ιστ' 19). Δηλαδή, συνετούς, όταν κάνουν το καλό, και συγχρόνως αμέτοχους από κάθε κακό.
Ποίμανε με μεγάλο ζήλο την Εκκλησία της Ρώμης, στα δύσκολα εκείνα χρόνια των διωγμών. Συνελήφθη από το Δομετιανό και εξορίστηκε σε πόλη έρημο κοντά στη Χερσώνα. Εκεί, έδεσαν στο λαιμό του μια σιδερένια άγκυρα και τον έριξαν στη θάλασσα, όπου έτσι μαρτυρικά παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο το 101 μ.Χ.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!


Ανάλυση ονόματος:
ΚΛΗΜΗΣ: (εκ του καλούμαι) = ο υπό του Θεού κληθείς για υψηλό εργό.

Απολυτίκιο:

Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Tῆς θείας γνώσεως εὔσημοι σάλπιγγες καὶ τῶν τῆς πίστεως θεσμῶν ἐκφάντωρες ἱερομάρτυρες Χριστοῦ ἐδείχθητε τοῖς ἐν κόσμῳ, Κλήμη παναοίδιμε, τῆς ζωῆς κλῆμα εὔκαρπον καὶ Πέτρε θεόσοφε, εὐσεβῶν πέτρα ἄρρηκτε, διὸ ὡς τῶν ἀρρήτων ἐπόπται, ῥύσασθαι πάσης ἡμᾶς βλάβης.

Το συναξάρι επιμελείται ο συνεργάτης του agioritikovima.gr Κυριάκος Διαμαντόπουλος

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΝΟΥ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ. (Αγίου Μάξιμου του Ομολογητού)



Η ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΝΟΥ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ. (Αγίου Μάξιμου του Ομολογητού)
Τρίτη, 22 Νοέμβριος 2011 11:49
Η συνεχής προσευχή χωρίζει το νου απ’ όλα τα νοήματα και έτσι τον εμφανίζει γυμνό από περισπασμούς ενώ­πιον του Θεού·  διότι τα νοήματα προκαλούνται από διάφορα πράγματα. Τα δε πράγματα είναι άλλα αισθητά και άλλα νοητά. Εφ’ όσον λοιπόν ο νους διακινείται μέσα στην περιοχή των πραγμάτων αυτών, αυτά συλλαμβάνει και αυτά τα νοήματα περιφέρει. Η δε χάρη της προσευχής φέρνει τον νου σε επαφή με το Θεό. Αφού δε τον ενώσει με το Θεό, τον χωρίζει απ’ όλα τα νοήματα· τότε ο νους γυμνός πλέον επικοινωνεί μαζί Του και γίνεται θεοειδής. Αφού δε γίνει θεοειδής, ζητεί από το Θεό τα πρέποντα κι έτσι δεν σφάλλει ποτέ στα αιτήματά του, διότι πάντοτε η παράκλησή του πραγματοποιείται από το Θεό. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μας διατάσσει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε…» , για να πετύχουμε με την διαρκή συνάφεια του νου μας με το Θεό, σιγά-σιγά την αποκοπή του από κάθε προσκόλληση στα υλικά.

Ερώτηση: Και πώς ο νους μπορεί να προσεύχεται συνεχώς, εφ’ όσον όταν ψάλλουμε ή διαβάζουμε ή συνομιλούμε ή διακονούμε, ο νους διαμοιράζεται σε πολλά νοήματα και θεωρήματα;

Απόκριση: Η Αγία Γραφή τίποτε το αδύνατον δεν προστάζει, αφού κι ο ίδιος ο Απόστολος και έψαλλε και διάβαζε και δίδασκε και διακονούσε και υπέφερε από τους διωγμούς, κι όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Διότι αδιάλειπτος προσευχή είναι το να έχουμε το νου πάντοτε προσηλωμένο με πολλή ευλάβεια και πόθο στο Θεό· να εξαρτάται πάντοτε ο άνθρωπος από την ελπίδα προς Αυτόν και να στηρίζει το θάρρος του για όλα τα έργα του σ’ Αυτόν όλα όσα συμβαίνουν να τα αντιμετωπίζει όπως ο Απόστολος, που έλεγε σ’ όλες τις περιστάσεις: «ποιός μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; θλίψη ή στενοχώρια ή πείνα…, ή μαχαίρι;» (Ρωμ. 8,  35). Και κατόπιν διαβεβαιώνει, συνεχίζοντας: «είμαι βέβαιος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε άλλες ουράνιες  δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μελλοντικά ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποιο άλλο δημιούργημα    θα μπορέσουν  να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, όπως φανερώθηκε στο πρόσωπο του  Ιησού Χριστού του   Κυρίου μας». Αυτή λοιπόν την εσωτερική εργασία είχε ο Απόστολος προσευχόμενος συνεχώς και αδιαλείπτως· διότι σε όλα του τα έργα, όπως είπαμε, και σε όλα όσα του συνέβαιναν είχε εξαρτήσει τον εαυτό του από την ελπίδα προς το Θεό. Γι’ αυτό και όλοι οι Άγιοι έχαιραν πάντοτε στις θλίψεις που τους συνέβαιναν­, για να συνηθίσουν να ελπίζουν στο Θεό. Έχω λοιπόν τη γνώμη, ότι αυτή είναι η ασύγκριτη και καθαρή κατάσταση της προσευχής. Να κατορθώσει δηλαδή ο νους να βρεθεί έξω από τη σάρκα και τον κόσμο και να προσεύχεται τελείως απαλλαγμένος από την ύλη και τις μορφές του κόσμου.
Αυτός λοιπόν που θα κατορθώσει να διατηρήσει ακέραιη αυτή την κατάσταση της ψυχής, αυτός πραγματικά προσεύχεται αδιαλείπτως.


«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος

xristianoss.blogspot.com 

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (3)


Απόσπασμα (μέρος Γ') από την ζωή του Οσίου Πατρός ημών Θεοφίλου του δια Χριστόν Σαλού

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (3)


ΜΕΡΟΣ Γ'
Προρρήσεις στην οικογένεια Ντικόφσκυ
Ο Ιωσήφ Ντικόφσκυ δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ο Θεόφιλος το είχε μέ­σα στην καρδιά του. Αγαπούσε ολό­κληρη την οικογένεια. Η μεγαλύτερη κόρη του Ντικόφσκυ παντρεύτηκε με έναν ζωέ­μπορο, τον Ιβάν Γρηγόριεβιτς Ρούντκιν. Ευλαβούμενος τον μακάριο Στάρετς, ο Ρούντκιν δεν ξεκινούσε καμμία υπόθεσι χωρίς την συμβουλή και τις ευλογίες του. Ακόμη και όταν ετοιμαζόταν για το παζά­ρι, πήγαινε πρώτα στο Κιτάγιεφ για τις ευ­λογίες του Στάρετς και μετά ξεκινούσε. Κά­ποτε η Ευγενία ήλθε στον πατέρα Θεόφιλο για κάποιο ζήτημα και ο Στάρετς την ρώ­τησε: «Γιατί, δούλη του Θεού, δεν παντρεύ­εις τα παιδιά σου;» «Δεν βρίσκω γαμπρούς, πάτερ». «Δεν μπορείς να βρης γαμπρούς; Τότε λοιπόν, πρόσεχε, θα είναι άσχημα τα πράγματα για την ψυχή σου, όταν θα έλθη η ώρα να πέρασης τον πύρινο ποταμό». 
«Μα θα μου απλώσης το μπαστούνι σου, πάτερ, και θα περάσω», απάντησε αυτή αστειευόμενη.
Ο Στάρετς μπήκε μέσα στο κελλί του και έφερε έξω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί αλειμμένο με μαύρο χαβιάρι.
«Να κάτι για σένα. Μη φοβάσαι, πάρε το. Και μόλις γυρίσης στο σπίτι σου δώσ' το στην κόρη σου. Θα παντρευτή σύντομα ένα ξακουστό πρόσωπο». 
Αφού πέρασε λίγος καιρός, η κόρη των Ρούντκιν αρραβωνιάσθηκε και παντρεύθηκε τον καθηγητή Κωνσταντίνο Σκβορτσώφ.
Μία άλλη φορά η σύζυγος του Ρούντκιν ήλθε πάλι στον Στάρετς για κάποιο ζήτημα. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγη, είπε: «Πάτερ, πώς έγινε και ξέχασες εντελώς τον πατέρα μου; Έλα να τον επισκεφθής. Να δης τι ω­ραίο είναι το περιβόλι μας τώρα!» 
«Θα έλθω, θα έλθω», απάντησε στοργικά ο Στάρετς.
Και πράγματι, πολύ σύντομα ήρθε στο κτήμα τους, στην Γκλουμποσίτσα. Η συνάντησις του μακαρίου με τον Ντικόφσκυ ή­ταν πολύ συγκινητική. Ο Ιωσήφ Νικηφόροβιτς είχε να δη τον Στάρετς αρκετά χρό­νια και, εκφράζοντας την χαρά του σαν μικρό παιδί, άρχισε να του δείχνη τις διάφορες βελτιώσεις που είχε κάνει στο κτήμα του. 
«Ωραία, πολύ ωραία», έλεγε ο όσιος. «Έχει ανθίσει πολύ όμορφα».
Αργότερα, ενώ έκανε περίπατο στο περιβόλι με τον Ντικόφσκυ, σταμάτησαν κάτω από μία μεγάλη βαλανιδιά. Ο Στάρετς ύψωσε το βλέμμα του και είπε με σοβαρότητα: «Προσευχήσου, δούλε του Θεού Ιω­σήφ. Το μέρος που πατάμε είναι ιερό».
«Πώς είναι ιερό;» ρώτησε ο Ντικόφσκυ. «Τις σχόλες η νεολαία της πόλεως έρχεται εδώ και κάνει όργια κι εσύ το λες ιερό;» 
«Όχι, όχι!» είπε ο προορατικός Στάρετς με βεβαιότητα. «Αλήθεια σου λέω! Εδώ, στο σημείο που στεκόμαστε τώρα, θα ακτινοβολήση η χάρις του Θεού. Μία εκκλησία θα κτισθή εδώ. Η βαλανιδιά θα κοπή και εδώ θα είναι το μέρος όπου θα γίνη το ιερό της εκκλησίας. Και όλο το κτήμα σου θα γί­νη ένα μεγάλο γυναικείο μοναστήρι, από μία βασιλική κυρία, που θα γίνη και ιδρύτρια και ηγουμένη του». 

Η γυναικεία μονή της Αγίας Σκέπης 
Η προφητεία του Στάρετς εκπληρώθηκε επακριβώς. Το 1888, η σύζυγος του Μεγά­λου Δούκα Νικολάου Νικολάγιεβιτς, Μεγά­λη Δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, ζούσε στο Λίπκυ, ένα προάστιο του Κιέβου. Εκεί κοντά βρισκόταν κι ένα μικρό μοναστήρι που είχε κτίσει. Άρχισε όμως να ψάχνη στην περιοχή γύρω από το Κίεβο ένα κα­τάλληλο μέρος για να κτίση ένα μεγάλο μο­ναστήρι. Η Θεοδοσία Πονυρκίνα, κόρη του Ντικόφσκυ, άκουσε για τα σχέδια της και πρότεινε στην Μεγάλη Δούκισσα να αγοράση το κτήμα που ανήκει στον Ντικόφσκυ, για τον σκοπό αυτό. Η Αυτής αυτο­κρατορικής Υψηλότης έστειλε την σύζυγο του διακόνου της στον Ντικόφσκυ, παραγγέλοντάς της να εξετάση το κτήμα και να της φέρη ένα σχεδιάγραμμα. Της άρεσε πάρα πολύ το σχεδιάγραμμα. Το κτήμα του Ντικόφσκυ αγοράσθηκε και σύντομα, με τον ζήλο των ευλαβών και με τα μέσα της Μεγάλης Δούκισσας, κτίσθηκε το γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης. 
Όταν η Μ. Δούκισσα έγινε πια μοναχή και έμαθε για την προφητεία του Στάρετς Θεοφίλου, έμεινε έκπληκτη. «Θεέ μου! Εί­ναι αλήθεια;» αναφώνησε. «Γιατί δεν μου το είχες πει νωρίτερα;»
«Μου διέφυγε τελείως, Υψηλοτάτη», απάντησε η Πονυρκίνα.
Η Μεγάλη Δούκισσα έστειλε αμέσως μία μοναχή στο ερημητήριο Κιτάγιεφ, με εν­τολή να κάνουν ένα μνημόσυνο στον τάφο του Στάρετς Θεοφίλου. Από τότε και στο εξής τιμούσε με ευλάβεια την μνήμη του μακαρίου, και παρήγγειλε μάλιστα να της φτιάξουν και μία εικόνα του.
Στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο
Την 1η Δεκεμβρίου του 1844, εξαιτίας της ηλικίας του και της εξασθενήσεως των δυνάμεών του, ο ιερομόναχος Θεόφιλος ζήτησε να μετατεθή από τη Μονή Μπράτσκυ στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου και να τοποθετηθή στη Μονή Μπολνίχνυ. Αντί όμως γι' αυτό ο Μητροπολίτης Φιλάρετος τον διώρισε στο ερημητήριο του Γκολοσέ­γιεβο κοντά στο Κίεβο, όπου του παραχω­ρήθηκε το κελλί του αποθανόντος ιεροδια­κόνου Ευσταθίου. Για κάποιον άγνωστο λόγο το φυλλάδιο υπηρεσίας του Στάρετς Θεοφίλου δεν απεστάλη μαζί του κι έτσι μέχρι το θάνατο του δεν συναριθμείτο με τους αδελφούς της Λαύρας Πετσέρσκαγια του Κιέβου. 
Ο χειμώνας πέρασε, ήρθε η άνοιξις και το καλοκαίρι. Καθώς οι συζητήσεις για τον ασκητή αυξάνονταν, πλήθη ζηλωτών της ευσέβειας προσελκύοντο στο γοητευτικό περιβάλλον του ερημητηρίου του Γκολοσέγιεβο. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, είπε ο Κύριος[1]. Είναι σχεδόν αδύνατο να κρύψης ένα ευωδιαστό λουλού­δι μέσα στ' αγριόχορτα, γιατί θα ξεχωρίση με το άρωμα και την ευωδία του. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο μακάριος Θεόφιλος δεν μπορούσε να κρυφτή στην απομόνωση του ερημητηρίου του. Το άρωμα της αγιασμέ­νης ζωής του άρχισε να σκορπίζεται μα­κριά και να γίνεται αντιληπτό απ’ όλους όσους αναζητούσαν πνευματική καθοδήγησι και παρηγοριά. Όλοι όσοι επισκέπτον­ταν το Κίεβο για τα διάφορα προσκυνήμα­τα του, πήγαιναν και στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο, με σκοπό να δουν και να μιλήσουν με τον Στάρετς. Εκείνος ο μακά­ριος όμως αύξησε κατά πολύ την σαλότητά του, για ν' αποφύγη την ανθρώπινη δόξα και την συνεχή επαφή με τους ανθρώπους. 

Κρίσεις των προϊσταμένων του 
Όταν ο Θεόφιλος εισήλθε στην Λαύρα, ο προϊστάμενος της μονής δεν έδωσε και πολλή σημασία στην «ιδιορρυθμία» του. Σύμφωνα με τις αναφορές του προϊσταμέ­νου του ερημητηρίου, Προηγουμένου Γρηγορίου, ο Στάρετς αναφέρεται το 1845 ως «ικανός και προσεκτικός στην υπακοή, τί­μιος, πράος και ταπεινός στην συμπεριφο­ρά του», ενώ το 1846 «λίγο ικανός, χωρίς σεβασμό, εγωκεντρικός και με δικό του θέ­λημα». Το 1847 ο Ιερομόναχος Μωυσής τον περιγράφει ότι είναι «λίγο ικανός, πη­γαίνει στην εκκλησία· ζει ειρηνικά και ήσυ­χα». Αλλά το 1848, όταν ξεσηκώθηκε δια­μάχη για την παράξενη συμπεριφορά του Στάρετς, αναφέρεται ως «εντελώς ανίκα­νος για οτιδήποτε· δεν έχει κανένα διακόνημα, είναι πείσμων και ιδιότροπος· είναι πενήντα εννέα ετών». 
Θέλοντας να εξετάση αυτές τις αναφορές για τον Θεόφιλο μαζί με άλλες παρόμοιες από τους προϊσταμένους του Γκολοσέγιεβο, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος έδωσε προφο­ρική εντολή στον προϊστάμενο του ερημη­τηρίου Ιερομόναχο Κάλλιστο «να εξετάση τις ικανότητες του Θεοφίλου». Αποτέλε­σμα ήταν να αποσταλή μία αναφορά, στις 20 Οκτωβρίου 1848, όπου λεγόταν ότι ο ιε­ρομόναχος Θεόφιλος «ετέλεσε τις ακολου­θίες όλης της εβδομάδος και κατά την κρίσι μας δεν είναι ικανός να τελή σωστά και ιεροπρεπώς μία ιερή ακολουθία». Ο Μητρο­πολίτης συμφώνησε και απαγόρευσε στον μακάριο να λαμβάνη μέρος σε ακολουθίες· του επέτρεψε μόνο να κοινωνή τα άχραντα Μυστήρια κάθε Σάββατο με τα ιερατικά του άμφια, «χάριν της ψυχικής σωτηρίας του». 

Στο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ 
Προφήτης εν τη ιδία πατρίδι τιμήν ουκ έχει[2]. Μετά την απόφασι αυτή ο Θεόφιλος μετετέθη από το ερημητήριο στο λεγόμενο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ. Ο Στάρετς ένιωθε πολύ ευχάριστα εκεί, μόνο που η εκκλησία απείχε πολύ. Παρ' όλα αυτά ο μακάριος Θεόφιλος δεν έχασε ποτέ ούτε μία ακολου­θία και έφθανε πάντα στον ναό του Θεού πριν σημάνουν οι καμπάνες. Ήταν γνω­στός από την παιδική του ηλικία ο ζήλος του για τις ακολουθίες της Εκκλησίας. 
Κύριε, ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου. Μίαν ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην εκζητήσω του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου, του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού[3]. 
Καθώς έμπαινε στην εκκλησία, έκανε συνήθως τρεις μετάνοιες στο κέντρο της. Κατόπιν, κάνοντας τον σταυρό του στην μπροστά εικόνα που ήταν πριν από τον άμβωνα[4], στεκόταν για λίγο εκεί ή πήγαινε στην νότια πύλη. Αν οι γυναίκες τον περικύκλωναν εκεί, πήγαινε στην δυτική πύλη κι έκανε το σημείο του Σταύρου στον αέρα, σαν να έδιωχνε κάποιον με την δύναμι του Σταυρού. 
«Από που μαζευτήκατε όλοι εσείς, δυνά­μεις του σκότους; Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού[5]», έλε­γε δυνατά ο Στάρετς ενωχλημένος. 

Σαλότητες στην εκκλησία 
Έπειτα, πριν αρχίση ο εξάψαλμος, πή­γαινε στο αναλόγιο και άρχιζε να διαβάζη τους ψαλμούς. Ο κανονικός αναγνώστης. θεωρώντας τον Θεόφιλο ανεπιθύμητο ανταγωνιστή, προσπαθούσε να τον σταματήση, αλλά δεχόμενος προσβλητική αποδοκι­μασία από τον μακάριο Στάρετς, του έδινε το βιβλίο. Αυτός διάβαζε με πολλή έμπνευσι, αλλά με πολύ άτονη φωνή. Οι ψάλτες δεν έμεναν ευχαριστημένοι με την ανάγνω­σή του και του έκαναν παρατήρησι: «Διά­βαζε δυνατώτερα, πάτερ. Δεν ακούγεται τί­ποτα». 
Ο Στάρετς όμως αντίθετα χαμήλωνε περισσότερο την φωνή του και διάβαζε σιγανώτερα. Όταν τελείωνε τον τρίτο ψαλμό, έκλεινε βιαστικά το βιβλίο και πήγαινε στο κέντρο της εκκλησίας, αφήνοντας τον αναγνώστη και τον κόσμο σε μεγάλη αμηχανία. 
Μερικές φορές ο μακάριος έμπαινε στην εκκλησία βιαστικά, κατά την ώρα της Μεγάλης Δοξολογίας ή κατά το τέλος της ακο­λουθίας, την ώρα που έψαλλαν το Υπό την σην ευσπλαχνίαν, ή, αν ήταν Λειτουργία, κατά την διάρκεια του Χερουβικού ύμνου και, σπρώχνοντας τον κόσμο, πήγαινε, γο­νάτιζε μπροστά υψώνοντας τα χέρια του και, με το βλέμμα ν' ατενίζη τον ουρανό, προσευχόταν δυνατά. Έπειτα έφευγε γρή­γορα από την εκκλησία, ακολουθούμενος από ένα πλήθος εκκλησιαζομένων, που προσελκύοντο από αυτόν. 

Η δύναμις της προσευχής του 
Λέγεται ότι η δύναμις της προσευχής του για όσους υπέφεραν από θλίψεις και αρρώστιες ήταν ασυνήθιστη. Με την ενέργεια της θεραπεύθηκαν πολλοί άρρωστοι και ανάπηροι. Μία υπάλληλος, η Μαρία Γκριγκύριεβνα Ν., ήταν δαιμονισμένη και είχε κρίσεις παροξυσμού. Όταν πήγε στον μα­κάριο για να ζητήση βοήθεια, ο Στάρετς διάβασε το Ευαγγέλιο επάνω της και έπειτα την κτύπησε μ' αυτό δυνατά στο κεφάλι. Καθώς έπεφτε πίσω από τον πόνο, αυτός είπε με δυνατή φωνή: 
«Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε διατάζω να φύγης!» και αμέ­σως η γυναίκα θεραπεύθηκε.
«Αν θέλης να είσαι καλά», είπε ο Στά­ρετς καθώς την ευλογούσε, «πήγαινε να μείνης κοντά στο ερημητήριο του Κιτάγιεβο και μην επιχείρησης να φύγης από 'κει». Η Μαρία Γκριγκόριεβνα έζησε κοντά στο ερη­μητήριο αυτό μέχρι το θάνατο της και κα­θημερινά εκκλησιαζόταν εκεί. 
Ένας από τους ψάλτες του Μητροπολί­τη, ο Νικόλαος Κ., είχε τόσο ισχυρά σαρ­κικά πάθη, ώστε να θεωρήται δαιμονισμέ­νος, επειδή μέρα και νύχτα αυτές οι σκέ­ψεις δεν έφευγαν από τον νου του. Μία ή­μερα την άνοιξι, καθώς βάδιζε στο δάσος, συνάντησε τον Στάρετς Θεόφιλο. Επιθυ­μώντας να αποφύγη κάθε συζήτησι, η οποία ίσως ωδηγούσε στο να ασχοληθούν με την κατάστασί του, προσπάθησε ν' απομακρυνθή. 
«Γεια σου, Νικόλαε, περίμενε», του φώ­ναξε ο μακάριος. «Πού πηγαίνεις; Έλα εδώ κοντά μου. Θα ηδονισθούμε με ακόλαστες σκέψεις μαζί». 
Ο Κ. αισθάνθηκε θιγμένος κι έκλαψε με πόνο μπροστά στον Στάρετς.
«Ησύχασε, δεν είναι τίποτε. Ο Θεός εί­ναι εύσπλαχνος», τον παρηγόρησε ο Στά­ρετς. «Ας πάμε να προσευχηθούμε σ' Αυ­τόν». 
Γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται. Σε μισή ώρα σηκώθηκε και με πρόσωπο γεμά­το στοργή είπε στον βασανιζόμενο:
«Λοιπόν, πήγαινε. Δεν θα σε αναστατώ­νουν πια ακόλαστες σκέψεις». 
Αμέσως μετά από αυτό ο νέος θεραπεύ­θηκε από το πρόβλημα του και το σώμα του δεν πυρωνόταν πλέον από τα σαρκικά πάθη. 

Στο ερημητήριο του Κιτάγιεβο 
Ο μακάριος Θεόφιλος έζησε πάνω από μισό χρόνο στο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ. Αλ­λά στις 29 Απριλίου του 1849, με προφο­ρική εντολή του Μητροπολίτη Φιλάρετου, μεταφέρθηκε στο ερημητήριο του Κιτάγιε­βο, κοντά στο Κίεβο. 
Εδώ ο Στάρετς Θεόφιλος αύξησε τον α­γώνα της διά Χριστόν Σαλότητος. Αν και βρήκε ένα νέο σταυρό να σηκώση, με τη μορφή των διαφόρων κατηγοριών και διώ­ξεων από τους ανωτέρους, βρήκε επίσης και την παρηγοριά της μοναξιάς. Το ερη­μητήριο περικυκλωνόταν από ψηλούς λό­φους, κατάφυτους από πυκνά δάση. Ο Στάρετς συνήθιζε να προχωρή βαθιά μέσα στο δάσος κι εκεί, ατενίζοντας μέσα στη μοναξιά τον Θεό, άφηνε να ξεχυθή η ψυχή του σε προσευχές προς Εκείνον, που οι οφθαλμοί Του είναι μυριοπλασίως ηλίου φωτεινότεροι επιβλέποντες πάσας οδούς ανθρώπων και κατανοούντες εις απόκρυφα μέρη[6]. 
Συχνά πήγαινε και γονάτιζε πάνω σε κά­ποιο κομμένο δένδρο και έμενε εκεί για ο­λόκληρες μέρες, θρηνώντας ακατάπαυστα για τη διαφθορά της εποχής και προσευχόμενος για την συγχώρηση του αμαρτωλού κόσμου, που τυφλωμένος δεν ξέρει τι κάνει. 

Ατημελησία και σαλότητες 
Ο Θεόφιλος ήταν συνεχώς και αποκλειστικά απασχολημένος με τη μελέτη του Θε­ού και με την προσευχή και δεν έδινε την παραμικρή προσοχή στην εμφάνιση του. Τον απασχολούσε η ωραιότητα της ψυχής και όχι η καθαριότητα του σώματος. Τα ρούχα του ήταν τριμμένα, με πολλά μπα­λώματα και με λεκέδες από ζύμη και από λάδι. Ακόμη και όταν πήγαινε στην εκκλη­σία ο μακάριος, φορούσε τον μανδύα του επάνω από την πουκαμίσα του και με το κουκούλι του ατημέλητα ριγμένο, βάδιζε στον δρόμο με το στέρνο του γυμνό. Στα πόδια του φορούσε σχισμένες παντόφλες, ή μία ξεχαρβαλωμένη ψηλή μπότα στο ένα πόδι και στο άλλο μία πάνινη μπότα ή ένα ψάθινο παπούτσι. Το κεφάλι του μερικές φορές ήταν τυλιγμένο με μια παλιά, βρώμι­κη πετσέτα.
Μερικοί που συνήθιζαν να κοροϊδεύουν, παρατηρούσαν το κουρελόπανο στο κεφά­λι του Στάρετς και τον ρωτούσαν γελών­τας:
«Πάτερ Θεόφιλε, τι σε πονάει σήμερα;»
«Γιατρός είσαι;» απαντούσε απότομα ο μακάριος κι έφευγε από κοντά τους. 
Αντίθετα μία άλλη φορά, θέλησε να εμφανιστή υπερβολικά υγιής και με τον τρό­πο αυτό να εκθέση τους παχύσαρκους και λαίμαργους. Έβαλε ένα μαξιλάρι πάνω στο στομάχι του και περπατούσε στην αυ­λή. Κατόπιν προχώρησε έξω από την πύλη του μοναστηριού προς το δάσος, όπου συ­νάντησε μερικούς δοκίμους που αργολογούσαν επιπόλαια και κουνώντας το κεφά­λι του ελεγκτικά, τους είπε:
«Γιατί κατακρίθηκαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι;»
Αλλά οι ευδιάθετοι νέοι είχαν παρατηρή­σει το μεγάλο ψεύτικο στομάχι του Θεόφι­λου και απάντησαν μ' ένα ξέσπασμα από ασυγκράτητα γέλια.
 
Όμως ακόμη και αυτή η ατημελησία, την οποία έβλεπαν συνεχώς και κατέκριναν όλοι, είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Θεόφι­λο. Ήταν παρατηρημένο ότι, όσο πιο ακα­τάστατα ντυνόταν, τόσο περισσότερο αγω­νιζόταν το πνεύμα του και τόσο εντονώτερες και φλογερότερες γίνονταν οι προσευ­χές του και το πρόσωπο του γινόταν πιο σκεπτικό.
Συνεχίζεται...

[1] Ματθ. ε’ 14
[2] Ιωάν. δ' 44 
[3] Ψαλμ. κε' 8 και κς' 4
[4] Στις ρωσικές εκκλησίες ο «άμβων» είναι ένα μικρό βάθρο στο κέντρο της εκκλησίας. Η εικόνα που αναφέρεται εδώ βρίσκεται συνήθως σε κάποιο αναλόγιο μεταξύ «άμβωνος» και εισόδου και είναι αντίστοιχη με τις δικές μας εικόνες του νάρθηκος.
[5] Ψαλμ. ξς' 2
6. Σοφ. Σειραα'χ κγ' 19
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 8 
ΙΟΥΛΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990